Τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα εκτός κι αν αναφέρεται άλλος ως συγγραφέας. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσιεύση τους δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα.

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

A short film...

Σκηνή Πρώτη

Ο Γιώργος, γύρω στα 30, ελαφρώς αξύριστος και εμφανώς ταλαιπωρημένος, περπατάει πάνω κάτω στο δωμάτιο και μονολογεί. Στα χέρια του μια μπουκάλα με ποτό.

Υπήρξα πάντοτε ξεκάθαρος μαζί σου, από την πρώτη στιγμή. Από τη στιγμή εκείνη που σε κοίταξα και σε ερωτεύτηκα. Από τη στιγμή εκείνη που κουβεντιάσαμε για πρώτη φορά και ένιωσα εκείνη την προαιώνια συγγένεια που γύρευα στη ζωή μου.

Δεν συμπίπτανε τα «θέλω» μας εκείνη τη στιγμή, έτσι μου είχες πει.

Εγώ όμως κόλλησα μαζί σου. Γιατί; Δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς το γιατί. Υπήρξαν περαστικές πολλές που ακόμα και τώρα τις θεωρώ ομορφότερες από εσένα. Αλλά αυτή η κενή ομορφιά δεν στάθηκε ικανή ποτέ να με συγκινήσει και να με κάνει να σε παρατήσω, να σε διώξω από τη ζωή μου.

Εσύ όμως ξέρεις γιατί γινήκαν έτσι οι ζωές μας;

Εντάξει, εγώ διακρίνομαι από τάσεις μαζοχισμού και εγκεφαλικής ανωμαλίας. Είχα αποφασίσει ότι μόνον μαζί σου αξίζει να διαβώ του παραδείσου τις θύρες. Χωρίς να σε κρατώ και να με κρατάς από το χέρι κι ο παράδεισος θα μου φαινόταν ανιαρός. Κι έτσι επέμενα και υπέμενα πολλά.

Κι όταν ερχόταν οι στιγμές εκείνες που προσπαθούσα, έστω και την πρόσκαιρη ευτυχία των πολλών να κυνηγήσω, αποφάσιζες ότι με αγαπούσες. Ότι ήθελες μαζί μου να είσαι, σα φίλη και σαν ερωμένη, όπως ακριβώς ήθελα. Κι εγώ έτοιμος από πάντοτε παρατούσα τα πάντα, δίχως καμία σκέψη, δίχως καμία λογική, μόνον και μόνο για να σε ακολουθώ, υπάκουος σαν μισθωμένο αντικείμενο.

Μα κάθε που δικό σου ολοκληρωτικά με έκανες ξανά, σύγχρονος Σίσυφος γινόμουνα. Υπήρξα βλέπεις το μόνο σίγουρο στη ζωή σου, στη γαμημένη από ψυχολογικά προβλήματα ζωούλα σου. Από προβλήματα που δε μας επέτρεπαν να ευτυχήσουμε μαζί, από προβλήματα που ποτέ δεν μπόρεσα να κατανοήσω, μήτε να επιλύσω.

Και διαλυμένος, προδομένος, σακάτης κάθε φορά τα κομμάτια μου προσπαθούσα να μαζέψω για να ριχτώ ξανά στον φαύλο ερωτικό μας κύκλο.

Κι εσύ εκεί. Να προσπαθείς κοντά σου να με κρατάς, σε μιαν αγάπη ατελή, σε μιαν αγάπη ανώμαλη. Να είμαι το απάνεμο λιμάνι σου, να σε προφυλάσσω από τις τρικυμίες της ζωής που ήθελες να δοκιμάζεις. Να είμαι η αγκαλιά η ζέστη, το χάδι της μάνας, ο φίλος με την νεκρωμένη καρδιά έως ότου αποφάσιζες ξανά πνοή μέσα μου να φυσήξεις.

Ακούγεται το κουδούνι της πόρτας. Ανοίγει το πλάνο στη μοναδική γωνιά του δωματίου που δεν έχει φανεί και βλέπουμε την Ελένη δεμένη σε μια καρέκλα.

Ο Γιώργος κλείνει την πόρτα του δωματίου και πηγαίνει να ανοίξει την εξώπορτα.

Εμφανίζεται η Μαρία και ο Νίκος.

-Τα χάλια σου έχεις.

-Δε θα μας πεις να περάσουμε;

-Περάστε.

Κάθονται στο σαλόνι και συζητάνε οι τρεις τους. Για το ότι ο Γιώργος έχει «εξαφανισθεί» από όταν χώρισε πάλι με την Ελένη, ότι δε βγαίνει πλέον μαζί τους μήτε καν απαντάει στα τηλεφωνήματά τους, ότι δεν είναι σωστό για τον ίδιο να απομονώνεται, ότι δεν πρέπει να παραμελεί τον εαυτό του και να ενδίδει στις αλκοολικές του τάσεις.

Ακούγεται ένας θόρυβος από την κρεβατοκάμαρα.

-Τι ήταν αυτό;

-Τίποτα.

-Ακούστηκε από την κρεβατοκάμαρα. Είναι κανείς εκεί;

-Η Ελένη

-...

- Τα ξαναβρήκατε ρε μπαγάσα; Γιατί δεν την φωνάζεις να έρθει; Ελένη;

-Δεν μπορεί να μιλήσει. ... Είναι δεμένη και φιμωμένη...

-Ορίστε; Είσαι τρελός;

-Ελάτε να τη χαιρετίσετε...

Η Μαρία φαίνεται «παγωμένη», ο Νίκος έξαλλος. Μπαίνουν στην κρεβατοκάμαρα. Η Ελένη έχει προσπαθήσει να μετακινηθεί και βρίσκεται δεμένη με την καρέκλα πεσμένη στο πάτωμα. Ο Νίκος κινείται προς το μέρος της με σκοπό να την απελευθερώσει.

Ο Γιώργος βγάζει πιστόλι από το παντελόνι του

-Θα μείνεις εκεί που είσαι!

-Έχεις τρελαθεί εντελώς φίλε;

-Δεν είμαστε φίλοι! Τα ξέρω όλα... Μάλλον ήρθε η ώρα να σταματήσει το θέατρο.

-Γιώργο τι λες ; Νίκο;

-Μαρία λυπάμαι που τα μαθαίνεις έτσι. Νικολάκη υπάρχει σκοινί στην άλλη καρέκλα. Σαν καλό παιδί που είσαι και υπάκουος φίλος μπορείς να δεθείς φρόνιμα φρόνιμα και ίσως να μη σε σκοτώσω

-Μα...

-Αυτό που σου λέω...

Ο Νίκος υπακούει (ή τουλάχιστον προσποιείται).

-Μαρία τι θα έλεγες να φροντίσεις να είναι καλά δεμένος ο φίλος μας; Και ας φροντίσουμε να μη διακόπτει όσα έχω να πω...

-Ευχαρίστως

Η Μαρία πηγαίνει προς το μέρος του έκπληκτου Νίκου, ο οποίος προσπαθεί με νοήματα να την κάνει να τον βοηθήσει. Η Μαρία σαν υπνωτισμένη δεν του δίνει σημασία και ακολουθεί τις εντολές του Γιώργου.

-Πολύ ωραία! Αυτή θα είναι μάλλον η πιο ειλικρινής στιγμή μας ως παρέα! Μαρία αν θέλεις μπορείς να φύγεις. Δεν ήσουνα ποτέ εδώ

-Θέλω να μάθω αυτό που υποψιάζομαι. Νομίζω πως με αφορά. Αποφασίζω αργότερα.

-Εντάξει, φεύγεις αργότερα...

-Λοιπόν... ξέρω. Ήταν κάτι που απλώς συνέβη...κάποιες φορές. Ήθελες να την παρηγορήσεις ή να προσπαθήσεις να την κάνεις να μη με χωρίσει. Κουβέντα στην κουβέντα αποφασίσατε να πηδηχτείτε. Τι πιο φυσιολογικό άλλωστε; Έτσι κι αλλιώς εμένα σκεφτόσασταν εκείνες τις στιγμές, έτσι δεν είναι; Για το καλό μου κάνατε ό,τι κάνατε. Θα έπρεπε να σας ευχαριστώ για την τόση αγάπη σας. Αλλά εγώ μια ζωή μαλάκας και αγύριστο κεφάλι. Αγνώμονας, ρεμάλι. Θέλησα να σας «καθαρίσω» και τους δύο μόλις το έμαθα. Βλέπεις γλυκιά μου, σβήνουμε τις φωτογραφίες από τον υπολογιστή, δεν αφήνουμε στοιχεία εκεί όταν έχουν πρόσβαση και άλλοι! Πάντως δεν ήξερα ότι είσαι τόσο καλλιτέχνης Νίκο. Συγχαρητήρια! Κρυφό ταλέντο τελικά εκτός από κρυφό φίδι, ε;

Η Μαρία έκλαιγε καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της. Δεν ήξερε για ποιο λόγο έκλαιγε. Για τον Νίκο; Για τον Γιώργο; Για την ίδια; Δεν ήξερε καν αν ήταν δάκρυα λύτρωσης , πόνου ή απλώς δάκρυα. Δεν ήξερε.

Ο σιγαστήρας «έπνιξε» τους πυροβολισμούς…

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ!




Λεξεις 2000

Λέξεις που κάποτε φοβήθηκαν να ειπωθούν,
που η σιωπή τις τρόμαξε, τις σκότωσε,
καλύτερα ποτέ να μη σχηματιστούν.
Λέξεις φαντάσματα γινήκανε πια.
Λάθος στιγμή διαλλέξαν για να βγουν,
ματώσαν τα χείλη, λέξεις δραπέτες,
σαν αστραπές και σαν κατάρες ηχούν.
Αλίμονο! Δεν έπρεπε ποτέ να ειπωθούν.


Λέξεις 1998

Οι λέξεις έφυγαν πια!
Με παράτησαν και αυτές.
Γύρω μου μονάχα κόλλες λευκές,
κόλλες σκισμένες και λέξεις φαντάσματα.
Οι λέξεις έφυγαν πια κι αυτές.
Την ώρα που μου είπες "αντίο".
Οι λέξεις έφυγαν...
...τώρα μου λείπεις πιο πολύ!


Φθινόπωρο 200Χ

οι πρώτες στάλες της βροχής

οι δρόμοι γεμάτοι κίτρινα φύλα

το θλιμμένο φόρεμα της φύσης.

Θυμάσαι το όμορφο σκούρο μπλε του ουρανού,

Τη λίμνη με τα αγριεμένα της νερά;

Της ημέρες της απουσίας σου

Οι εικόνες αυτές μοναδική μου συντροφιά.

Βγήκα μια βόλτα και η βροχή χαστούκιζε το πρόσωπό μου,

Σαν απατημένη ερωμένη

Ή σαν αυστηρή δασκάλα

Ξεπλένοντας τις σκέψεις μου από την παρουσία σου.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Σημείωση για το Solitude

Μιλώντας με κάποιον κολλητό μου για το solitude (ένας από τους δύο που γνωρίζουν την ύπαρξη του μπλογκ μου) μου είπε "μαλακία το πώς το τέλειωσες. Σαν να ήταν άλλος άνθρωπος που το έγραφε και άλλος που το τελείωσε. Είσαι καλά; " .

Πράγματι, και σας το παραδέχτηκα, άλλαξε τελείως το ύφος μου στα τελευταία δύο κείμενα.
Ήθελα να τελειώνω με την ιστορία, λάθος μου μεγάλο. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να σας την παρουσιάσω και ξαφνικά να την τελειώσω έτσι.
Απλώς δεν άντεχα. Από τη μία ο διαρκώς συρρικνούμενος χρόνος μου, από την άλλη κάποια προσωπικής φύσεως προβλήματα, με φόρτωσαν με ένα ψυχολογικό βάρος που αδυνατούσα να αντέξω.

Ο ίδιος φίλος με ρώτησε αν κάποιες καταστάσεις που περιέγραφα ήταν προσωπικές. Δεν θεώρησα ποτέ εαυτόν συγγραφέα, αλλά θεωρώ αδύνατον να γράφεις οτιδήποτε και να μην βρίσκεσαι στη θέση όσων περιγράφεις. Απλώς δεν είμαι εγώ κανένας από τους ήρωες και είμαι (ο ίδιος ή οι εμπειρίες μου) κομμάτια όλων τους.

Έτσι προτίμησα να σας δώσω το τέλος με αυτό τον τρόπο. Η ιστορία έτσι θα κατέληγε πάντως. Το μόνο που θα άλλαζε είναι ο αριθμός των επεισοδίων και η λίγο μεγαλύτερη εμβάθυνση στις καταστάσεις που περιέγραψα σε αυτά τα δύο τελευταία επεισόδια.

Και πάλι συγνώμη αν σας στενοχώρησα. Κάποια στιγμή θα σβήσω τα τελευταία δύο επεισόδια και θα ξαναγράψω το τέλος. Αλλά δε θα το βρείτε εδώ... θα σας το δωρίσω σε χαρτί... ελπίζω...

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Solitude: τέλος;


Το ήξερε ότι ήταν η καταστροφή του, όπως παλιά, από πάντοτε, το ήξερε. Ήξερε ότι θα καιγόταν αλλά πάντοτε η φωτιά της τον τραβούσε κοντά της.
Τις ημέρες που πέρασαν η διαδρομή του ήταν από την αγκαλιά της στη δουλειά και πάλι από την αρχή. Δε σκεφτόταν τίποτα κι ας είχε ξαναζήσει το σενάριο...

Δεν ήθελε να θρέψει τα όνειρά του με ελπίδες ψεύτικες. Δεν πίστεψε ποτέ ότι εκείνη είχε αλλάξει. Θα την ξαναέπιαναν τα ίδια, θα τον παρατούσε, περισσότερο κουρέλι από κάθε άλλη φορά. Το ήξερε αλλά δεν ήθελε να το σκέφτεται καν. Κι η Στέλλα; Η Στέλλα είχε τελειώσει για εκείνον, δε μπορούσε να την κοροιδεύει άλλο, δε μπορούσε να κοροιδεύει ούτε τον εαυτό του. Μόνον η Άρτεμις υπήρχε για εκείνον, καμία άλλη, ακόμα και αν δεν ήταν μαζί της, ακόμα και αν τον έδιωχνε ξανά.(πίνακας του Sergei Chepik)

Και έτσι συνέβη πραγματικά. Δύο εβδομάδες μετά το μοιραίο βράδυ γύρισε στο σπίτι της μετά τη δουλειά. Αμέσως κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, σα να ξύπνησε ξαφνικά από το όνειρο που ζούσε. Όλες του οι σκέψεις, όλοι του οι φόβοι τον πλημμύρισαν κι ένιωσε το κορμί του να ριγεί. Κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα. Του προσέφερε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και κάθισε απέναντί του. Αμήχανες σιωπές τους τύλιξαν. Εκείνη ήθελε να τον παρατήσει, να μείνει όμως ο φίλος της, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε μεταξύ τους. Εκείνος ήθελε να φύγει και να ξεχάσει ότι υπήρξε στη ζωή του.
"Πίστευα ότι μαζί σου μόνον θα μπορούσα να είμαι ευτυχισμένη"
"Κανένας ποτέ δε θα μπορέσει να σε κάνει να ευτυχήσεις. Πίστευα ότι εγώ θα το μπορούσα αλλά έκανα λάθος. Κι αυτό το λάθος θα το πληρώνω πάντοτε"
Σπάσανε σχεδόν ταυτόχρονα τη σιωπή τους, σα να διάβαζε ο ένας τη σκέψη του άλλου.
"Δε θέλω να με μισείς"
"Είναι πιο εύκολο από το να μη σε αγαπάω"
Συνέχισαν...
"Θέλω να περισσώσουμε ό,τι μπορούμε"
"Δεν υπάρχει τίποτε. Όλα έχουν διαλυθεί. Δεν υπάρχουν χρώματα πια, μονάχα το μαύρο και το λευκό"
Και...
"Έτσι απλά θα τα πετάξουμε όλα;"
"Έτσι απλά; Έφυγα μακριά σου για να νικήσω τους δαίμονες μου, να κυνηγήσω τη μοναδική ελπίδα να ευτυχήσω και τελικά τι κατάφερα;"
Σηκώθηκε για να φύγει. Εκείνη δε μιλούσε πια. Δεν υπήρχε κάτι να πει. Είχε καταστρέψει έναν άνθρωπο και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε παραπάνω. Ήθελε να ήταν αλλιώς τα πράγματα αλλά... δεν ήξερε ακόμα γιατί δεν μπορούσε. Δεν υπήρχε κάτι να πει, ευχόταν να την μισούσε, να έκανε τον χωρισμό ευκολότερο.
Γύρισε και την κοίταξε μια τελευταία φορά.
"Εύχομαι κάποτε να ευτυχήσεις... κι ας μην είμαι κοντά σου"
κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Μπαίνοντας στο αυτοκίνητό του ξέσπασε σε κλάμματα. Δεν ήθελε να "σπάσει" μπροστά της, χρειάστηκε απίστευτη δύναμη να της πει όσα είπε, να την παρατήσει πριν τον "σκοτώσει".
Εκείνη όταν είδε την πόρτα πίσω του να κλείνει συνειδητοποίησε ότι έφυγε μακριά της ο μόνος άντρας που άξιζε να βρίσκεται πλάι της, το πλέον πολύτιμο τρόπαιο της διόλου ευκαταφρόνητης τροπαιοθήκης της. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Τον αγαπούσε, όχι όμως ερωτικά. Και εκείνος ζητούσε τα πάντα. Έκλαψε...
Μακάρι να ένιωθε διαφορετικά...


Λίγες μέρες μετά του τηλεφώνησε η Στέλλα. Η Στέλλα! Τόσες μέρες δεν την είχε καν σκεφτεί. Δεν είχε προετοιμάσει καν τον εαυτό του για το τι θα της έλεγε. Του είπε ότι θα επέστρεφε σε δύο ημέρες. Στο τηλέφωνο ακουγόταν κάπως περίεργα. Περίεργα όμως δεν ακουγόταν και ο ίδιος; Είχε προφασιστεί ασθένεια στη δουλειά και έπινε όλη μέρα προσπαθώντας να ζαλίσει τις σκέψεις του που ήταν όμως διαρκώς παρούσες. Τη Στέλλα όμως δεν την είχε σκεφτεί καθόλου.

Όταν γύρισε από τη γενέθλια πόλη της τον βρήκε στην ίδια κατάσταση που είχε εγκαταλείψει τον εαυτό του όλες αυτές τις μέρες. Δεν βρήκε λόγια να του πει, φοβήθηκε ότι εκείνη ευθυνόταν για αυτό.
"Δε θέλεις να γίνει ο γάμος"
την ρώτησε ξαφνικά.
"Δεν με πειράζει. Καλύτερα για εσένα. Σε αγάπησα, σε αγαπώ αλλά όχι όπως ένας άντρας πρέπει να αγαπάει τη γυναίκα του. Βλέπεις, όσο έλειπες ήμουν με την Άρτεμη, τη γυναίκα που προσπαθούσα να ξεχάσω όταν γνωριστήκαμε, τη γυναίκα που νόμιζα ότι είχα ξεχάσει. Βρίσε με, χτύπα με, διώξε με από το σπίτι. Μη με κοιτάζεις μόνον με τα όμορφα θλιμμένα μάτια σου γεμάτα με οίκτο"
της είπε το κρασί.
"Δε θέλω να γίνει ο γάμος, δεν ήθελα πριν μου πεις όσα είπες. Όσο έλειπα το συνειδητοποίησα. Σε αγαπάω σαν άνθρωπο, όχι σαν εκείνον που θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου. Όχι σαν τον Νικόλα! Είναι ο παιδικός μου έρωτας, είχα φύγει από την πόλη μου για να ξεφύγω από τον χωρισμό μου μαζί του. Τον συνάντησα, μου ζήτησε να μη σε παντρευτώ, να δοκιμάσουμε ξανά. Είμαι κι εγώ εξίσου ένοχη μαζί σου"...



Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Solitude : επίλογος Α

Όταν η Στέλλα έφυγε για την προγραμματισμένη επίσκεψη στους γονείς της, του είπε ότι τελικά δε θα έλειπε μία εβδομάδα αλλά έναν ολόκληρο μήνα. Είχε ήδη πάρει άδεια από τη δουλειά της και χρειαζόταν αυτό τον μήνα μακριά του, όχι για να κανονίσει λεπτομέρειες του γάμου αλλά για να σκεφτεί περισσότερο για το γάμο, για εκείνη, για τους δυο τους. Δεν ήταν κάτι που περίμενε, κάτι που μπορούσε να φανταστεί αλλά δεν αντέδρασε. Τη φίλησε τρυφερά, σαν φίλος από τα παλιά, και της ζήτησε να του τηλεφωνεί όποτε εκείνη θεωρούσε σκόπιμο.

Τις δύο πρώτες μέρες μιλούσαν συνέχεια στο τηλέφωνο. Καταλάβαινε κι εκείνος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ένιωθε ότι ήταν πιεσμένη από κάτι που φοβόταν αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει, ούτε καν υποψιαζόταν τι μπορούσε να σκέφτεται. Η δουλειά του τις μέρες εκείνες τον κρατούσε αρκετά απασχολημένο, γύριζε αργά τα βράδια, μιλούσε μαζί της στο τηλέφωνο, έπινε ένα κρασί και ξεκουραζόταν, δίχως σκέψεις, δίχως όνειρα. Μόνον όσο κρατούσε το κρασί σκεφτόταν ότι η Στέλλα θα τον παρατούσε. Στο τηλέφωνο μιλούσαν σαν δυο φίλοι που προσπαθούσαν να κερδίσουν κάτι που δεν είχαν ποτέ. Όχι σαν δυο ερωτευμένοι που σκόπευαν να μοιραστούν τη ζωή τους…

Την Τρίτη ημέρα του είπε ότι χρειαζόταν να σταματήσουν, να διακόψουν για λίγο, να περάσει λίγο χρόνο με τους δικούς της, μόνη με τον εαυτό της. Να ξεκαθαρίσει ότι πραγματικά μπορούν να περάσουν μια ζωή μαζί. Να ανακτήσει τη στιγμή που έζησε όταν της πρότεινε να παντρευτούν. Να της λείψει όπως τις πρώτες εβδομάδες της γνωριμίας τους. Να βγει έξω όπως παλιά, να ξεδώσει από την πίεση, να διασκεδάσει. Δεν μπόρεσε να της πει τίποτα, δεν ήξερε να της πει τίποτα. Φοβόταν ότι τις δικές του σκέψεις τις πρόβαλλε πάνω της, ότι εκείνος ήταν υπεύθυνος για τη διατάραξη της ήσυχης ζωούλας τους…

Την ίδια ημέρα του τηλεφώνησε η Άρτεμις! Ήθελε να τον δει, θα μαγείρευε κάτι, να περνούσε από το σπίτι της μετά τη δουλειά. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα πλέον μαζί της, αν ήταν να βρεθούνε ας ήτανε κάπου έξω, κάπου λιγότερο επικίνδυνα. Δεν της το είπε, της ζήτησε τη διεύθυνσή της…

Αγόρασε κρασί και λουλούδια (πρώτη φορά σπίτι της) και κενός από σκέψεις ή υποψίες χτύπησε το κουδούνι της.

Ήπιαν ένα ποτό μέχρις το δείπνο τους να ήταν απολύτως έτοιμο και μίλησαν λίγο για τις δουλειές τους. Ο απαλός φωτισμός των κεριών και η ρομαντική μουσική από κάποιο cd που της είχε γράψει τον καιρό που ήτανε (ή μήπως πριν γίνουν) ζευγάρι δεν τον απασχόλησε. Το μυαλό του ήτανε νεκρό εδώ και μέρες.

Δειπνήσανε σε πολύ ρομαντική ατμόσφαιρα, ακόμα μαγείρευε υπέροχα, θυμήθηκε.

Συνέχισαν να συζητάνε και αφού το δείπνο τελείωσε. Ξαπλωμένοι, ουσιαστικά, ο ένας απέναντι στον άλλο στους καναπέδες της, πίνανε και συζητάγανε. Για ποίηση, για μουσική, για φιλοσοφία. Όπως παλιά. Τότε που την κυνηγούσε…

Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκαν στο κρεβάτι να φιλιούνται με πάθος, να κάνουν έρωτα…

Ξυπνήσανε αγκαλιασμένοι…

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Ένα αντίο...


Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
κι ας είχε ειπωθεί ξανά
δεκάδες φορές στο παρελθόν.
Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
γιαί η ζωή είναι αυτό που προχωρά
κι όχι αυτό που κάποτε συνέβη,
που πέρασε μα φυλακισμένο σε κρατά.

Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
κι ας κρύβει μέσα του πόνο
κι ας κρύβει νοσταλγία
ας κρύβει θυμό.
Τι κι αν είχε ειπωθεί ξανά;

Με μέσα τεχνητά ζωή δε λογίζεται.
Άλλο να ζεις κι άλλο να επιζείς.
Άλλο να ζεις για κάποιον άλλο,
άλλο να ζεις μέσα από κάποιον άλλο.

Μα πώς τελειώνει ο έρωτας;
Πώς η αγάπη πεθαίνει;
Είναι ένας δρόμος που πρέπει μονάχος να διαβώ...
Να είσαι καλά, όπου κι αν πας.
Κάποτε θα καταλάβεις
πως το αντίο αυτό έπρεπε να ειπωθεί...

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2007

Solitude 9 : Στέλλα


Όλη την εβδομάδα διέκρινε μια περίεργη απόσταση μεταξύ τους, τον ένιωθε χαμένο σε σκέψεις και ταλαιπωρημένο από αυτές. Ξυπνούσε πάντοτε πολύ πρωί και γυρνούσε στο σπίτι πολύ αργά το βράδυ, δίχως καμία διάθεση. Ίσως να ήταν η δουλειά, ποτέ δεν τον ρωτούσε μήτε της μιλούσε εκείνος για τις δουλειές του. Ήξερε από την πρώτη στιγμή γνωριμίας τους ότι η φύση και μόνο της εργασίας του απαιτούσε υπερβολικά πολλές ώρες αφοσίωσης. Εκτίμησε μάλιστα τις θυσίες που είχε κάνει τότε κυνηγώντάς την, εις βάρος της προσωπικής του ξεκούρασης.
Αλλά αυτή τη φορά διαισθανόταν ότι η δουλειά δεν είχε καμία σχέση. Τον έβλεπε να χάνεται και φοβόταν. Και δεν ήθελε να τον ρωτήσει. Δεν ήθελε να φανεί σαν ανόητο κοριτσάκι που κυνηγάει φαντάσματα ενώ δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Αλλά φοβόταν. Και σκεφτόταν πολύ, υπερβολικά πολύ.
Άρχισε να σκέφτεται τι θα συνέβαινε αν την παρατούσε. Αν δεν ήταν σίγουρος για τον γάμο τους. Έφθασε στο σημείο και η ίδια να αμφιβάλλει για το γάμο. Και σε λίγες μέρες έπρεπε να επισκεφτεί τους γονείς της, να ξεκινήσει να ρυθμίζει κάποιες λεπτομέρειες του γάμου. Τρελαινόταν στις σκέψεις της!

Εκείνο το βράδυ γύρισε περισσότερο αργά από ό,τι συνήθως. Είχε κάποιο επαγγελματικό δείπνο. Τον περίμενε ξαπλωμένη στον καναπέ.Έβλεπε το "Αγάπα με αν τολμάς" του Γιαν Σαμουέλ και την είχαν πιάσει τα κλάμματα! Ήθελε και αυτή μια τόσο τρελή και απίθανη αγάπη στη ζωή της, ήτανε όμως ρεαλίστρια, ήξερε ότι δεν μπορούσε να υπάρξει στην πραγματικότητα, μόνο στον κινηματογράφο γίνονται αυτά. Και σίγουρα με τον Μάρκο δεν μπορούσε ούτε στον κινηματογράφο να υπάρξει κάτι τέτοιο! Αλλά τον αγαπούσε, δεν είχε αμφιβολία γι'αυτό. Και έκλαιγε από συγκίνηση.
Ο Μάρκος φαινόταν λιγότερο κουρασμένος από ότι όλο αυτό τον καιρό. Και φάνταζε περισσότερο όμορφος παρά ποτέ. Την αγκάλιασε, της φίλησε τα δάκρυα που έτρεχαν ακόμα από τα μάτια της, της είπε ότι την αγαπούσε! Πόσο καιρό είχε να της το πει κατάματα;
Αφέθηκε στην αγκαλιά του, στα χάδια του, ενώ σκεφτόταν πόσο ύποπτο της φαινόταν αυτό το "σ'αγαπάω", ενώ ακόμα τα δάκρυα δεν έλεγαν να στερέψουν!Και οι άσχημες σκέψεις πλήθαιναν...

Ακουγόταν οι Tindersticks
Youve been lying in bed for a week now
Wondering how long itll take
You havent spoken or looked at her in all that time
Its the easiest line you could break
Shes been going about her business as usual
Always with that melancholy smile
But you were too busy looking into your affairs
To see those tiny tears in her eyes

Tiny tears make up an ocean
Tiny tears make up a sea
Let them pour out, pour out all over
Dont let them pour all over me

How can you hurt someone so much your supposed to care for
Someone you said youd always be there for
But when that water breaks you know youre gonna cry, cry
When those tears start rolling youll be back

Tiny tears...

Youve been thinking about the time, youve been dreading it
But now it seems that moment has arrived
Shes at the edge of the bed, she gets in
But its hard to turn the opposite way tonight

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

Solitude 8-2: Άρτεμις

Πέρασε πολλές ώρες μέχρι να ετοιμαστεί. Ήθελε να είναι εντυπωσιακή; Ήθελε να είναι απλή; Δεν ήξερε. Δεκάδες τα πεταμένα στο κρεβάτι της ρούχα μέχρις να αποφασίσει. Ρούχα που σπανίως φορούσε από όταν αποφάσισε ότι δεν ήθελε πλέον να ξενυχτάει άσκοπα, μερικά μάλιστα δεν τα είχε φορέσει ποτέ, απλώς τα αγόραζε και γέμιζε έτσι την ντουλάπα της!

Την περίμενε σε ένα όμορφο εστιατόριο. Κάτι της θύμιζε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι, ίσως κάποτε να είχαν δειπνήσει ξανά μαζί στο παρελθόν. Ίσως με κάποιον άλλο, ίσως με άλλη παρέα. Δεν είχε σημασία. Ήτανε εκεί και ήτανε εκεί για εκείνη. Και ήταν όμορφος, ο χρόνος ενίσχυε τη γοητεία του, ήτανε πιο όμορφος από όσο τον θυμόταν, από όσο βιαστικά τον είχε δει τις προάλλες.

Κύριος όπως πάντοτε σηκώθηκε μόλις την είδε. Τις θυμόταν αυτές του τις ευγένειες, κάποτε τις νόμιζε προσποιητές, με τον καιρό κατάλαβε ότι ήταν χαρακτηριστικό του. Μερικές φορές χαρακτηριστικό ιδιαιτέρως εκνευριστικό μάλιστα. Δεν κατάλαβε ποτέ αν την εκνεύριζε επειδή είχε μάθει τελείως διαφορετικά από όσους άλλους συναναστρεφόταν ή αν ήταν απλώς εκνευριστικό. Τώρα δεν είχε καμία σημασία κάτι τέτοιο όμως. Χαμογέλασε πλατιά μάλιστα όταν την βοήθησε να καθίσει στο τραπέζι τους.

Συζητούσαν άνετα, σαν δυο παλιοί καλοί φίλοι που είχαν απλώς χαθεί για αρκετό καιρό, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μεταξύ τους ποτέ.Μίλησαν για τις δουλειές τους, και οι δύο τα είχαν καταφέρει εξίσου υπέροχα στα επαγγελματικά τους. Μίλησαν για τις παραστάσεις που είχαν δει τελευταία, σε κάποιες μάλιστα ήταν ταυτόχρονα παρόντες, πώς δεν συναντήθηκαν; Μίλησαν για μουσικές, για ταινίες, για όσα τους είχαν φέρει κοντά χρόνια πριν.
Ένιωθε πραγματικά σαν να μην είχε συμβεί τίποτε άσχημο ανάμεσά τους. Προαιώνιοι δεσμοί τους έδεναν, το έβλεπε καθαρά, της το έλεγε από παλιά. Πώς τον έδιωξε από κοντά της; Πώς το έκανε αυτό; Τον αγαπούσε, το έβλεπε καθαρά, ποτέ δεν είχε πάψει να τον αγαπάει. Όμως, δεν είχε αυτή την εικόνα μαζί του, όχι τότε. Σήμερα; Δεν μπορούσε να είναι σίγουρη, ποτέ δε θα μπορούσε να είναι σίγουρη.

Της είπε για τη Στέλλα! Για τον επικείμενο γάμο τους, για την ευτυχία που είχε βρει κοντά της. Ένιωσε το έδαφος να χάνεται. Εκείνη τη στιγμή σιγουρεύτηκε ότι τον ήθελε δικό της, δεν μπορούσε καμία να μπει ανάμεσά τους. Όχι, δεν ήταν αργά! Από εκείνη τη στιγμή μόνον αυτή η σκέψη στριφογύριζε στο μυαλό της. Η όμορφη κουβέντα που έκαναν μέχρι τότε μετατράπηκε σε μονολόγους του Μάρκου σε θέματα που ούτε καν θυμάται και σε μονολεκτικές απαντήσεις δικές της.

Της είπε ότι θα της τηλεφωνούσε ξανά, ότι θα ξαναβρισκόταν. Θα της τηλεφωνούσε...


Ο πιανίστας έπαιζε ένα κλασσικό τραγούδι του Nat King Cole

Unforgettable, thats what you are
Unforgettable though near or far
Like a song of love that clings to me
How the thought of you does things to me
Never before has someone been more

Unforgettable in every way
And forever more, thats how youll stay
Thats why, darling, its incredible
That someone so unforgettable
Thinks that I am unforgettable too

Unforgettable in every way
And forever more, thats how youll stay
Thats why, darling, its incredible
That someone so unforgettable
Thinks that I am unforgettable too

Solitude 8-1: Άρτεμις


(Σαλβαντόρ Νταλί)


Πόσος καιρός είχε περάσει από την τελευταία τους συνάντηση; Ένιωθε σαν να ήταν μόλις χθες που δειπνούσαν μαζί. Της είπε ότι θα της τηλεφωνούσε ξανά, ότι θα ξαναβρισκόταν. Όχι, δεν της είπε ότι την αγαπούσε ακόμα, ότι θα ήθελε να δοκιμάζαν ξανά. Παντρευόταν σε λίγους μήνες αλλά... δεν την ένοιαζε. Θα της τηλεφωνούσε...

Ολόκληρη την ημέρα, πριν συναντηθούνε, τον σκεφτόταν.
Θυμόταν τις όμορφες στιγμές τους και χαμογελούσε. Μέχρι και στη γραμματέα της ήταν ευγενική!
Θυμόταν πόσο αγνός, τρυφερος και ευγενικός ήταν μαζί της. Καλούπι άντρα που σπάνιζε. Γι' αυτό και δεν ήταν ποτέ εκείνος που ερωτεύεσαι, ήταν πάντοτε εκείνος που αγαπάς, σαν φίλος, σαν αδελφός, όχι σαν εραστής. Γι'αυτό και τον απόδιωξε τότε, με τον τρόπο της. Τον ήθελε δίπλα της, όχι όπως εκείνος επιθυμούσε, τουλάχιστον όχι όλη την ώρα, όλο τον καιρό. Τον ήθελε, αλλά γύρευε το πάθος, να ικανοποιήσει το ζώο μεσα της. Και έτσι τον πλήγωνε, τον άδειαζε ψυχικά. Και κάθε που άδειαζε και εκείνη από σχέσεις δίχως ουσία, γιατί το ήξερε ότι η ουσία ήτανε πάντοτε στην αγάπη και στην επικοινωνία, γύρευε να τον βρει! Και εκείνος ήτανε πάντοτε εκεί. Μέχρι που "έσπασε" τελείως, δεν άντεξε, την παρατησε, της είπε ότι δε θα την έβλεπε ποτέ ξανά! Και ας ήξερε ότι θα την αγαπούσε παντοτινά...

Την πλήγωσε η απώλειά του, ήτανε το μόνο σταθερό της ζωής της. Και την εγκατέλειψε! Σταμάτησε να απαντάει στα τηλέφωνά της, στα mail της. Τον δικαιολογούσε αλλά δεν τον δικαιολογούσε! Ήξερε ότι "πέθαινε" πλάι της, ότι δεν μπορούσε να του δώσει όσα ήθελε, προσπαθούσε να τον προστατέψει από τον εαυτό της αλλά δεν ήθελε και να τον χάσει!
"Αν δε φύγω μακριά σου θα πεθάνω της είχε πει. Φρόντισε να είσαι καλά, μην ανησυχείς για εμένα. Και μην αδικείς τον εαυτό σου" της είχε πει πριν φύγει. Και εκείνη φρόντισε να μην κάνει τίποτα από ό,τι της είπε. Αδικησε τον εαυτό της. Συνέχισε να μπλέκει με ανθρώπους για τους λάθος λόγους και που στο τέλος την πλήγωναν, μέχρι που βαρέθηκε και αποφάσισε να μείνει μόνη. Και τότε βρέθηκε ξανά εκείνος μπροστά της!

Δεν ήξερε τι μπορούσε να ζητήσει από εκείνον. Δεν ήξερε τι μπορούσε να γυρέψει εκείνος από αυτήν. Δεν ήξερε καν τι ήθελε. Τον αγαπούσε -από τότε- αλλά μπορούσε να είναι μαζί του; Πλέον ήξερε ότι στη ζωή της είχε πετύχει πολλά, είχε ζήσει περισσότερα και ήθελε αγάπη και σιγουριά. Κάποτε εκείνος της τα προσέφερε απλόχερα, έκανε τα πάντα μόνο και μόνο για να είναι εκείνη ευτυχισμένη. Τώρα; Θα την ήθελε πίσω; Και εκείνη; Πόσο σίγουρη ήταν για κάτι τέτοιο;

(συνεχίζεται...)


στο ραδιόφωνο οι Cure:

"So we meet again!" and I offer my hand
All dry and English slow
And you look at me and I understand
Yeah it's a look I used to know
"Three long years... and your favourite man...
Is that any way to say hello?"
And you hold me... like you'll never let me go

"Oh c'mon and have a drink with me
Sit down and talk a while..."
"Oh I wish I could... and I will!
But now I just don't have the time..."
And over my shoulder as I walk away
I see you give that look goodbye...
I still see that look in your eye...

So dizzy Mr. Busy - Too much rush to talk to Billy
All the silly frilly things have to first get done
In a minute - sometime soon - maybe next time - make it June
Until later... doesn't always come

It's so hard to think "It ends sometime
And this could be the last
I should really hear you sing again
And I should really watch you dance"
Because it's hard to think
"I'll never get another chance
To hold you... to hold you... "

But chilly Mr. Dilly - Too much rush to talk to Billy
All the tizzy fizzy idiot things must get done
In a second - just hang on - all in good time - wont be long
Until later...

I should've stopped to think - I should've made the time
I could've had that drink - I could've talked a while
I would've done it right - I would've moved us on
But I didn't - now it's all too late
It's over... over
And you're gone..

I miss you I miss you I miss you
I miss you I miss you I miss you so much

But how many times can I walk away and wish "If only..."
But how many times can I talk this way and wish "If only..."
Keep on making the same mistake
Keep on aching the same heartbreak
I wish "If only..."

But "If only...."
Is a wish too late...

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2007

Solitude 6: Ανήσυχες μέρες




Γύρισε από το πάρτυ πολύ αργά (ή καλύτερα πολύ νωρίς το πρωί) και πολύ μεθυσμένη! Τον βρήκε να κοιμάται στον καναπέ, φαινόταν εξαντλημένος και ανήσυχος.Το δωμάτιο μύριζε ουΐσκυ και καπνό. Όσο πιο ήσυχα μπορούσε τον πλησίασε για να τον σκεπάσει. Παρά τη ζάλη της που είχαν ως αποτέλεσμα κάποιες θορυβώδεις κινήσεις εκείνος δεν κατάλαβε τίποτα.
Στάθηκε για μια στιγμή να τον κοιτάζει πλημμυρισμένη από αισθήματα αγάπης και φόβου και αποφάσισε να κοιμηθεί και η ίδια.

Ξύπνησε αρκετές ώρες αργότερα, περισσότερο κουρασμένη, με βαρύ κεφάλι από το αλκοόλ και τις σκέψεις.

Στον ύπνο της είχε δει ότι εκείνος έφευγε μακριά της. Ήτανε λέει σε κάποιο ομιχλώδες τοπίο και τον έβλεπε να φεύγει. Εκείνη φώναζε το όνομά του. Και τον έβλεπε να γυρίζει προς το μέρος της καθώς απομακρυνόταν, χαμογελούσε και κάτι της έλεγε αλλά οι λέξεις δεν έφθαναν στα αυτιά της. Και τότε εκείνη ξεσπούσε σε λυγμούς. Και διέκρινε μια σκοτεινή γυναικεία φιγούρα να τον πλησιάζει.
Τότε το όνειρο άλλαζε. Έβλεπε τον εαυτό της σε μια παραδεισένια παραλία και τριγύρω της άντρες, μόνον άντρες. Να προσπαθούν να την αγκαλιάσουν, να τη χαιδέψουν κι εκείνη να μην αφήνεται. Να ψάχνει να τον βρει ανάμεσα σε τόσους άντρες, μα να μην τον βλέπει πουθενά. Και ζαλισμένη από το ποτό τελικά να αφήνεται στα χάδια των ξένων.
Περίεργο όνειρο, ακόμα πιο περίεργο που το θυμόταν, την άγχωσε ακόμα περισσότερο!

Σηκώθηκε κι εκείνος δεν ήταν πουθενά. Έξω έβρεχε. Κι ένα σημείωμα της έλεγε ότι είχε βγει, για να περπατήσει, να αγοράσει εφημερίδες και τσιγάρα!Και ότι την αγαπούσε! Χαμογέλασε. Πόσο καιρό είχε να της το πει;

Έφτιαξε καφέ και γέμισε την μπανιέρα.
Βυθίστηκε στο νερό και προσπάθησε να ηρεμήσει και να χαλαρώσει. Ήταν ακόμα ταραγμένη από τα όνειρά της. Κι αισθανόταν βρώμικη από αυτά.

Τον αγαπούσε, ήταν μαζί περισότερο από τρία χρόνια, συζούσανε κανονικά εδώ και ένα χρόνο και σε λιγότερο από έναν χρόνο θα τον παντρευόταν.
Δεν ήταν ο ωραιότερος από όσους είχε στη ζωή της, δεν ήταν ο καλύτερός της εραστής. Ήτανε όμως πολύ διαφορετικός από όλους, τον αγάπησε γι' αυτό. Όλο αυτό τον καιρό της γνώριζε διαρκώς καινούριους κόσμους, λογοτεχνικούς,κινηματογραφικούς, μουσικούς και φιλοσοφικούς. Και ήτανε πάντοτε πολύ τρυφερός και καλός μαζί της. Δεν ήτανε ο ωραιότερος αλλά ήτανε σίγουρα όμορφος. Και της προσέφερε απλόχερα τα πάντα. Και της παρείχε ασφάλεια και σιγουριά για το μέλλον. Ήταν σίγουρα ο ιδανικός πατέρας για τα παιδιά που ήθελε να αποκτήσουν, ο άνθρωπος που χαίρεσαι να γνωρίζεις στη μαμά σου. Τον αγαπούσε, ήτανε απόλυτα σίγουρη γι' αυτό.

Κι ας την τρόμαζε ώρες ώρες. Όπως στην αρχή που γνωριστήκανε, τότε που απέπνεε κάποιο μυστήριο και μια παράξενη μελαγχολία. Την γοήτευσε αυτό πάνω του.
Δυο μέρες τώρα η στάση του της θυμίζει εκείνες τις πρώτες ημέρες. Και τώρα δεν είναι καθόλου γοητευτικό αυτό...

Μήπως υπάρχει κάποια άλλη; Το ερώτημα αυτό της είχε καρφωθεί στο κεφάλι. Δεν μπορούσε να το διώξει. Ποια όμως; Πότε; Δεν έβρισκε απαντήσεις, μήτε λόγους για να δώσει καταφατική απάντηση.
Την αγαπούσε, ήτανε απόλυτα σίγουρη και γι' αυτό. Αλλά... αλλά τι; Όχι! Απλώς είναι πιεσμένος με τη δουλειά. Αυτό είναι! Θα έδιωχνε τις κακές σκέψεις από το μυαλό της, δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπάρχουν, πόσο ηλίθια και ανασφαλής ένιωθε!
Αυτή! Αυτή που πάντοτε είχε όποιον ήθελε, που πάντοτε τους παρατούσε για τον επόμενο, τον καλύτερο όπως πίστευε. Που και χθες το βράδυ ακόμα θα μπορούσε να διαλλέξει όποιον επιθυμούσε...

Από κάπου ακουγόταν το "Ανήσυχες μέρες" του Σωκράτη Μάλαμα

Ανήσυχες μέρες
Ταραγμένη νύχτα
Βεγγαλικά στην παραλία κι αδιέξοδα
Ζεστός καιρός
Τέλος του Μάη
Κι ένα αεράκι να φυσάει
Αστεία η λύπη να περνάει
Κι όμως να σε νικάει

Κόκκινα χείλη της φωτιάς
Θύμασαι εκείνη π'αγαπάς
Το πρόσωπό της σα νερό
Μες στο μυαλό σου το θολό

Έχει αέρα απόψε, έχει αέρα
Κι ακούω μια φωνή σαν τη δική σου
Ανασαίνει η πόλη τη μορφή σου
Γυρνάει μες στο μυαλό μου η θύμησή σου

Που 'ναι τα μάτια σου να δουν
Αυτό το δειλινό
Που 'ναι τα χέρια σου ν' αγγίξουνε τον ουρανό

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

Solitude 5: La Notte



Την βασάνισε πολύ η ταινία που επέλλεξε να δει το βράδυ. "Η νύχτα" του Μικελάντζελο Αντονιόνι, από την τριλογία της αποξένωσης,της αλλοτρίωσης. Της μιλούσε, θυμόταν, εκείνος για τον Αντονιόνι αλλά τον ένιωθε ξένο, δεν μπορούσε να δει ταινίες του. Μέχρι χθες! Τι όμορφο ζευγάρι, Mαρτσέλο Μαστροϊάννι και Ζαν Μορώ. Πόσο ερωτευμένοι πρέπει να ήταν και πώς κατέληξαν! Δυο ξένοι, δίχως κανένα κοινό σημείο, δίχως διάθεση να περισώσουν οτιδήποτε, απρόθυμοι να προσφέρουν στον έρωτα τους, δέκα χρόνια παντρεμένοι, ζώντας μία ψεύτικη και συμβατική ζωή.

Πέρασε το βράδυ σκεπτόμενη την ταινία, την ζωή της κι εκείνον. Εκείνος. Της υποσχόταν πάντοτε ότι θα την έκανε ευτυχισμένη, πως οτιδήποτε άλλο έξω από αυτήν θα ήταν απλώς μια συμβατικότητα, ένα κενό. Ότι θα την αγαπούσε παντοτινά, όπως από πάντοτε την αγαπούσε. Θυμόταν τα λόγια του πεντακάθαρα.

Σηκώθηκε νωρίς το πρωί για να βρει και τα γραπτά του, τα ποιήματα που της έγραφε, που έγραφε μόνο για εκείνη. Τα γράμματά του, τις φωτογραφίες του, όλα τα είχε φυλαγμένα. Τον αγαπούσε τον μαλάκα! Από τότε. Απλώς έκανε τα πράγματα να φαίνονται περισσότερο έντονα από ό,τι ήθελε. Από ό,τι η ηλικία τους ήθελε, από ό,τι εκείνη ήθελε τότε. Τότε...
Και τον πλήγωνε, τον πλήγωσε, για να τον γλυτώσει από τα όσα ήθελε και δεν μπορούσε να του δώσει και να της δώσει.

Μα -τώρα το ξέρει- δεν τον ξέχασε ποτέ της, πάντοτε τον κουβαλούσε μέσα της. Από όσους γνώρισε, από όσους μπορούσε να έχει γνωρίσει ή μπορεί να γνωρίσει στη ζωή της, μόνον εκείνος μπορούσε να την κάνει ευτυχισμένη, μόνον εκείνος φρόντιζε να την γνωρίζει περισσότερο πίσω από την όμορφη επιφάνεια. Αλλά τον έδιωξε.

Προχθές ήταν παρέα με κάποια. Φαινόταν πολύ όμορφη. Δεν ξέρει αν χαίρεται γι'αυτό ή αν ζηλεύει και λυπάται. Του αξίζει πολύ όμορφη γυναίκα πλάι του. Χαίρεται. Όχι! Ζηλεύει!
Ίσως να μην είναι κάποια, απλώς φίλη του ίσως να είναι, είχε πει ότι θα την αγαπούσε για πάντα. Και τι έγινε; Είχε χορτάσει λόγια. Όχι από αυτόν όμως. Και τι να έκανε; Να την περίμενε αενάως; Ζηλεύει. Και μάλιστα πολύ.

Δεν είναι στη φύση της να ασχολείται με παντρεμένους ή άντρες σε σχέση. Εκείνος είναι άλλη ιστορία όμως. Θέλει να ακούσει νέα του, να προσπαθήσει να βρει μια άκρη, κάποια επαφή μαζί του. Θα ψάξει να τον βρει, το τηλέφωνό του, ίσως κρατάει επαφή με κάποιους κοινούς φίλους από τα παλιά, ίσως δεν έχει αλλάξει νούμερο, ίσως είναι στον κατάλογο.

Το τηλέφωνο. Χτυπάει. Ας μην είναι από τη δουλειά. Όχι μαλακίες Κυριακάτικα.
"Παρακαλώ"...


Το cd player έπαιζε ένα cd που της είχε γράψει. Porcupine Tree, Where would we be

Tied - tied to a time
When we knew that the sun would shine
And you were all smiles
And we could just talk for a while...
Of where we would be when the future comes
And how you would paint while I wrote my songs
If I could find you
And tell you about my life
Or maybe just write
And remind you of when we would dream...
Of where we would be when the future comes
And how you would paint while I wrote my songs
Strange how you never become
The person you see when you're young

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Solitude 4: Εκείνος

(συνέχεια ιστοριών που βρίσκονται σε παλαιότερες αναρτήσεις)


...Το επόμενο πρωί έπρεπε να έχει "καθαρίσει". Δεν ήθελε να κοροιδεύει τον εαυτό, πόσο περισσότερο έναν άλλο άνθρωπο που αγαπούσε...

Ξύπνησε με έναν απαίσιο πονοκέφαλο. Ήταν η τιμωρία του για την πρόφαση που είχε βρει για να αποφύγει την έξοδο ή απλώς οι επιπτώσεις του αλκοόλ που απερίσκεπτα κατανάλωσε σε άφθονες ποσότητες;
Τουλάχιστον είχε εξαφανίσει τα απομεινάρια πειστήρια της χθεσινής του δραστηριότητας.
Εκείνη είχε γυρίσει αρκετά αργά ή νωρίς το πρωί. Τον βρήκε να κοιμάται στον καναπέ και τον σκέπασε. Παρότι ο ύπνος του μόνον ήρεμος δε μπορούσε να χαρακτηριστεί, δεν την κατάλαβε. Πάλευε με εφιάλτες και σκέψεις. Και νικητής δεν μπόρεσε να βγει...

Ξύπνησε αρκετά πρωί, εκείνη κοιμόταν ακόμα και σίγουρα θα κοιμόταν για πολύ ακόμα, τουλάχιστον έτσι συνήθιζε τις Κυριακές, ακόμα και όταν δεν βγαίνανε έξω το προηγούμενο βράδυ.
Μπήκε στο υπνοδωμάτιό τους. Για μερικές στιγμές κάθισε και την παρατηρούσε να κοιμάται. Ήταν πολύ όμορφη, το ήξερε, το έβλεπε ακόμα. Μα κάτι μέσα του δεν κολλούσε. Την αγαπούσε. Όχι όμως όσο θα ήθελε...
Της άφησε ένα σημείωμα, κάτι ότι θα έβγαινε, να αγοράσει εφημερίδες και τσιγάρα, να περπατήσει λίγο, ότι την αγαπούσε. Δεν έλεγε ψέμματα...


Το απαλό πρωινό αεράκι του έκανε πάντοτε καλό. Όπως και το ψιλόβροχο που έβλεπε να έρχεται. Δεν πήρε αυτοκίνητο, προτιμούσε να περπατήσει.
Αγόρασε τσιγάρα. Ποτέ δεν του άρεσε να καπνίζει στο δρόμο. Τώρα όμως τα χρειαζότανε. Περπάτησε πολύ, κάπνισε περισσότερο, η βροχή είχε έρθει, είχε δυναμώσει και δεν τον ένοιαζε που βρεχόταν.

Κάθισε σε ένα μικρό καφέ που συνάντησε, μόνος, βρεγμένος και θλιμμένος. Χρειαζόταν έναν καφέ, παρήγγειλε ιρλανδικό. Καφεϊνη και αλκοόλ, ό,τι έπρεπε για την περίπτωσή του.
Ήθελε να ήξερε. Τι κάνει στη ζωή του; Τι κάνει εκείνη; Γιατί τον ενδιέφερε κάτι τέτοιο; Δεν είχε βρει απαντήσεις.
Είχαν χωρίσει άσχημα. Του είχε πάρει πολύ καιρό να συμμαζέψει τα κομμάτια του, να βάλει σε μια τάξη τη ζωή του. Να ερωτευτεί ξανά. Να ερωτευτεί; Ούτε γι'αυτό ήταν σίγουρος...

Σε κάποιον τηλεφωνικό θάλαμο (υπήρχαν ακόμα;) βρήκε έναν τηλεφωνικό κατάλογο! Δεν ήλπιζε ότι θα την έβρισκε εκεί. Ήταν πάντοτε ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο, δεν θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί. Κι όμως! Το όνομά της. Το τηλέφωνο και η διευθύνσή της. Έμεναν αρκετά κοντά μάλιστα. Πώς δεν είχε τύχει να την συναντήσει ξανά;
Όχι! Έλυσε αρκετές απορίες. Δεν πρέπει να έχει παντρευτεί, κρατάει το πατρικό της επώνυμο. Μένει κοντά του. Αρκετά. Δεν θέλει να μάθει άλλα. Θέλει! Θα της τηλεφωνήσει, το ξέρει. Μα δεν ξέρει το λόγο. Δεν ξέρει τι να της πει. Θα της τηλεφωνήσει. Κι ας μη ξέρει το λόγο, κι ας μην ξέρει τι να της πει.

"Παρακαλώ", ακούστηκε μια γνώριμη, λίγο πιο βραχνή, αγαπημένη φωνή στην άλλη άκρη του καλωδίου...


Στο μυαλό του στριφογύριζε από το πρωί το ""Vera" των λατρεμένων Pink Floyd

Does anybody here remember Vera Lynn?
Remember how she said that
We would meet again
Some sunny day?
Vera! Vera!
What has become of you?
Does anybody else here
Feel the way I do?

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2007

Nα μου λείπεις

και να μην πρέπει καν να σου το λέω

Να βλέπω τη μορφή σου

όπου κι αν στρέφεται το βλέμμα

Να ακούω τη φωνή σου

πίσω από κάθε ήχο που ακούω

πίσω από κάθε τραγούδι

όπου κι αν ταξιδεύει η σκέψη μου

όπου κι αν βρίσκομαι.

Να μου λείπεις

και να μη πρέπει καν να σου το λέω

...θάνατος μικρός.

Πονάω....

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2007



Ευτυχία, ας πούμε...
κάθε της θέλω και δικό μου
κάθε μου μπορώ για εκείνη
για το χαμόγελό της
για να το βλέπω στο πρόσωπό της
τα μάτια της να λαμπυρίζουν.

Ευτυχία,ας πούμε...
στις αποστάσεις μας
στις σιωπές μας
οι σκέψεις που ταξιδεύουν
που γίνονται όνειρα γλυκά
και ταξιδιάρικα πουλιά.

Ευτυχία,ας πούμε...
τρυφερό χάδι στο απαλό της δέρμα
φιλί στον λευκό της λαιμό
σιωπή στη θερμή αγκαλιά
ό,τι ζητάει να ζητάμε
να γινόμαστε ένα...

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2007


ποίημα όμορφο θέλησα να σου γράψω

μα οι λέξεις λίγες, φτωχές φαντάζουν μερικές φορές.

γιατί ποιο όμορφο λεκτικό περιβάλλον

μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια αυτό που ένιωσα;

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2007

H γυναίκα που διάβαζε ποιήματα (προσχέδιο σεναρίου)

Είχε να αγγίξει τη γραφομηχανή του από όταν πέθανε η γυναίκα του, κοντά τρία χρόνια τώρα. Την λάτρευε, ήταν η αιτία που έγραφε . Τώρα δεν έβρισκε λόγους να ξαναγράψει. Κι ας τον πιέζαν οι φίλοι του κι ας τον επιζητούσε το αναγνωστικό του κοινό. Γιατί να γράψει; Συνήθιζε να της διαβάζει τις ιστορίες του, να αναζητά στα μάτια της την επιδοκιμασία για να συνεχίσει, το χαμόγελο. Τώρα; Απομονώθηκε και από τους φίλους, σταμάτησε να γράφει, να ζει. Ο εκδότης του δεν τον πίεζε, τουλάχιστον τα δύο πρώτα χρόνια, άλλωστε πουλούσε ακόμα το τελευταίο του μυθιστόρημα, σεβάστηκε το πένθος του. Μα τώρα ζητούσε καινούριο βιβλίο, επικαλούταν το συμβόλαιο μαζί του. Δεν είχε διάθεση όμως, δεν μπορούσε να αγγίξει την γραφομηχανή του.

Ένας φίλος, από εκείνους που κάποτε θεωρούσε καρδιακούς, του προσέφερε τα κλειδιά από το εξοχικό του. Έτσι, για να φύγει από το χώρο που είχε ζήσει, από το χώρο που ήταν γεμάτος με εικόνες από τη γυναίκα του, από τον έρωτά τους. Για να ηρεμήσει μήπως και η αλλαγή χώρου τον βοηθούσε. Να ξεκινήσει να γράφει και πάλι, να ξεκινήσει να ζει ξανά.

Με βαριά καρδιά δέχτηκε να φύγει. Ένα ερημικό, από τον Σεπτέμβριο, νησάκι ίσως να ήταν ό,τι καλύτερο για να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Ήξερε ότι έπρεπε να δώσει κάτι στον εκδότή του, ήταν το επάγγελμά του, ζούσε από αυτό. Κι ας μην μπορούσε να αγγίξει την γραφομηχανή του, κι ας μην είχε εκείνη να της διαβάζει ό,τι έγραφε. Έπρεπε…

Στο νησί του μίλησαν για εκείνη. Την «γυναίκα που διάβαζε ποιήματα». Λέγαν ότι ήτανε τρελή. Την έβλεπαν σε ερημικές παραλίες να κάθεται δίπλα στο κύμα, κάποιοι την είχαν ακούσει να μιλάει στα κύματα, να απαγγέλει ποιήματα. Έμενε σε ένα απόμερο λόφο, κανείς δεν ήξερε την ιστορία της, απλώς την έλεγαν τρελή. Και την αποφεύγαν και τους απέφευγε κι η ίδια. Μόνο για τρόφιμα κατέβαινε καμιά φορά στην πόλη και για βιβλία που παραλάμβανε από το ταχυδρομείο. Και δε μιλούσε σε κανέναν, μονάχα σμειώματα τους έδινε με τα πράγματα που ήθελε. Την έλεγαν τρελή, κάποιος την βάπτισε «γυναίκα που διάβαζε ποιήματα».

Είχε βρει την ιστορία του. Θα έγραφε για εκείνη. Θα προσπαθούσε να μάθει την ιστορία της, ποια ήτανε, γιατί έγινε η «γυναίκα που διάβαζε ποιήματα». Του είπαν πως ήταν μάταιο, να την αποφύγει, ήταν απλώς μια τρελή, δε θα έβγαζε τίποτα.

Άρχισε να ρωτάει τους συγχωριανούς της για εκείνη. Δεν έμαθε πολλά πράγματα, μόνον ότι είχε έρθει στο νησί για μόνιμη εγκατάσταση κάποια χρόνια πριν. Ότι οι γονείς της ήταν από εκεί, μετανάστες όμως χρόνια στην Αυστραλία. Ότι πρέπει να ήταν παντρεμένη. Τίποτε άλλο. Και συνεχώς του έλεγαν ότι είναι τρελή και δεν θέλει επαφές με κανέναν. Άδικος κόπος να προσπαθήσει να της μιλήσει. Αυτό το διαπίστωσε και ο ίδιος τη μέρα που την πέτυχε στη χώρα, της φώναξε να της μιλήσει, την ακολούθησε και εκείνη το έβαλε στα πόδια, έτρεξε μακριά. Πήγε από το σπίτι που του είπαν ότι έμενε. Άδικος κόπος και πάλι. Χτύπησε την πόρτα μα δε του άνοιξε, μήτε του αποκρίθηκε. Την περίμενε στην αυλή της, βγήκε έξω και τον προσπέρασε τρέχοντας.

Δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του. Η εικόνα της γυρνούσε διαρκώς στο κεφάλι του παρέα με διάφορες ιστορίες που υπέθετε ότι μπορεί να την τυραννούσαν. Έπλεκε διάφορα σενάρια, θα μπορούσε να γράψει πολλές ιστορίες με αφορμή εκείνη, πάρα πολλές ιστορίες. Έπρεπε όμως να μάθει την πραγματική της ιστορία. Το ήθελε να την μάθει.

...

Άρχισε να περπατάει τις νύχτες στις παραλίες με την ελπίδα να τη συναντήσει, να την ακούσει να μιλάει στα κύματα. Να ακούσει τα ποιήματα που τους ψιθύριζε.


Ένα βράδυ ζεστό, Σεπτέβριος ακόμα, την πέτυχε σε μια ερημική παραλία. Την είδε στα κύματα να μιλάει. Προσεκτικά προσπάθησε να την πλησιάσει , να μην την τρομάξει, τα λόγια της να ακούσει. Την είδε να γδύνεται και να βουτάει στη θάλασσα. Ξάπλωσε στην αμμουδιά εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της, να θαυμάζει το παιχνίδισμά της με τα κύμματα.
Σε αυτό το σημείο τον πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε από ένα απαλό,υγρό χάδι. "Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε να αντικρίσετε τον ήλιο. Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε να αντικρίσετε τον άνθρωπο" την άκουσε να του ψιθυρίζει στο αυτί.


Κάνανε έρωτα κάτω από το φεγγάρι, στην αμμουδιά....
...
Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου τον βρήκανε στο ίδιο σημείο ξαπλωμένο, μόνο. "Η γυναίκα που διάβαζε ποιήματα" δεν ήταν δίπλα του. Πήγε από το σπίτι της τρέχοντας, δεν ήταν εκεί. Ρώτησε τους χωριανούς, δεν την είχε δει κανένας, η εμμονή του γινόταν ενοχλητική.
...
Τον έβλεπαν να περπατά τις νύχτες στην παραλία. Να μιλάει στα κύματα...

...
Μια νέα δημοσιογράφος ήρθε στο νησί. Θέλει να κάνει ρεπορτάζ για έναν συγγραφέα που πριν χρόνια έφθασε στο νησί, ερωτεύτηκε την "γυναίκα που διάβαζε ποιήματα" και τρελάθηκε...



υγ: η δημοσιογράφος και η "γυναίκα που διάβαζε ποιήματα" θα είναι η ίδια ηθοποιός...

υγ2: αφιερωμένη στην croft

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2007

Solitude 3: βυθός

...Τον αγαπάει αλλά ώρες ώρες δεν μπορεί να τον καταλάβει. Έχει δύο μέρες τώρα που φέρεται περίεργα. Σαν να βρίσκεται αλλού, σαν το μυαλό του να ταξιδεύει. Έτσι ήτανε τον πρώτο καιρό που γνωριστήκανε, λίγο θλιμμένος, λίγο απόμακρος, λίγο μυστήριος. Και αυτό την είχε τραβήξει κοντά του. Τώρα όμως αυτό δεν της αρέσει καθόλου, την τρομάζει ίσως...

Του είχε πει ότι αυτό το Σάββατο θα έβγαιναν έξω, ήταν καλεσμένοι για τα γενέθλια ενός συναδέλφου της. Είχαν και καιρό να βγούνε έξω. Όχι ότι την ενοχλούσε αυτό, το αντίθετο μάλιστα. Της άρεσαν οι ώρες που περνούσαν παρέα, μόνοι τους, στο κοινό τους σπίτι. Είχαν τόσα πολλά να κάνουνε παρέα...
Άλλωστε πάντοτε της άρεσε να μένει σπίτι όταν είχε καλή παρέα. Όμως σήμερα έπρεπε και ήθελε να βγει. Της είπε ότι έχει πονοκέφαλο, ότι δεν αισθανόταν καλά. Μα το ήξερε πως κάτι άλλο συνέβαινε, πως κάτι δεν ήθελε να της πει. Το φοβόταν αυτό το κάτι. Το φοβόταν πραγματικά κι ας μην μπορούσε ούτε καν να φανταστεί τι μπορούσε να είναι. Ή μάλλον μπορούσε να φανταστεί πολλά, χειρότερα ίσως κι απ'την πραγματικότητα, απλώς δεν ήθελε. Θα έβγαινε, το είχε αποφασίσει. Θα ντυνόταν όμορφα, θα γδυνόταν από τις σκέψεις της, θα περνούσε ωραία, έστω και μόνη.

Στο πάρτυ κατάλαβε ότι ακόμα τη θεωρούσαν όμορφη. Κι εκείνος της το έλεγε συνέχεια αλλά ήταν διαφορετικά. Διάφοροι προσπαθούσαν να την φλερτάρουν, ακόμα και κάποιοι συνάδελφοι που ξέραν ότι είναι αρραβωνιασμένη. Δεν της άρεσε αυτό, τον αγαπούσε, ήταν το μόνο σίγουρο που είχε αυτή τη στιγμή. Και τον σκεφτόταν όλο το βράδυ. Από εγωισμό και μόνο καθόταν στο πάρτυ, ανεχόταν τον κάθε μαλάκα, χαμογελούσε και σκεφτόταν εκείνον. Και έπινε. Μόνη ανάμεσα σε πολύ κόσμο. Έπινε. Είχε μάθει κοντά του να πίνει. Έπινε...

στο μυαλό της τραγουδούσε ο Αλκίνοος:
Πέρασαν μέρες χωρίς να στο πω
"Το σ' αγαπώ δυο μόνο λέξεις..."
αγάπη μου,πως θα μ' αντέξεις,
που 'μαι παράξενο παιδί σκοτεινό.

Πέρασαν μέρες χωρίς να σε δώ,
κι αν σε πεθύμησα δε ξέρεις.
"Κοντά μου πάντα θα υποφέρεις..",
σου το 'χα πει ένα πρωί βροχερό.

Θα σβήσω το φως κι όσα δε σου χω χαρίσει
σε ένα χάδι θα σου τα δώσω.
κι ύστερα πάλι θα σε προδώσω,
μες στου μυαλού μου το μαύρο βυθό.

Θα κλάψεις ξανά που μόνη θα μείνεις
κι εγώ πιο μόνος κι από μένα,
μες σε δωμάτια κλεισμένα,
το πρόσωπό σου θα ονειρευτώ,
γιατί μες στο όνειρο μόνο ζω.

Στα σοβαρά μη με παίρνεις ειν' το μυαλό μου θολό
είναι και ο κόσμος μου αστείος.
Κι όταν με βαρεθείς τελείως
ψάξε αλλού να με βρεις όπως με θες.

Και εγώ που αγάπησα πάλι την ιδέα σου μόνο
και κάποιο στίχο που σου μοιάζει,
κοιτάζω έξω και χαράζει...
έγινε το αύριο πάλι χθες.

Θα σβήσω .....



(ο πίνακας "windmill of lovers" είναι του William Blake)

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2007

Solitude 2: another night in


Είναι αρραβωνιασμένος εδώ και έξι μήνες, το επόμενο καλοκαίρι πρόκειται να παντρευτεί. Αγαπάει την μέλλουσα σύζυγό του, το ξέρει ότι την αγαπάει. Αλλά...

Είχε πάρα πολύ καιρό να τη σκεφτεί και ακόμα περισσότερο να τη συναντήσει. Όχι, δεν της μίλησε, τυχαία την είδε σε κάποιο εμπορικό κέντρο. Άραγε τον είδε και εκείνη; Τον κατάλαβε, τον θυμήθηκε; Εκείνος πάντως προσποιήθηκε ότι δεν την είδε και την ταραχή που τον έπιασε την έκρυψε πολύ καλά από τη γυναίκα του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να της εξηγήσει ποια ήτανε, τι σήμαινε για εκείνη, τι θα σήμαιναν οι φλόγες στα μάτια του που θα άναβαν ξανά. Που, τώρα το καταλάβαινε, ποτέ του δεν έσβησαν.

Δεν ήταν όσο όμορφη την είχε διατηρήσει η μνήμη του. Δεν ήταν καν πιο όμορφη από την τωρινή του σύντροφο, μήτε από άλλες που κατά διαστήματα περάσαν από τη ζωή του. Άλλα ήταν που κυρίως τον κράτησαν μαζί της ακόμα και τις περιόδους που δεν ήταν ζευγάρι, τις περιόδους που εκείνη φρόντιζε να τον πληγώνει. "Πώς μπορείς να είσαι τόσο καλός μαζί μου όταν εγώ σου συμπεριφέρομαι σαν σκρόφα;", τον είχε ρωτήσει κάποτε. Της είχε χαμογελάσει, την φίλησε τρυφερά και δεν απάντησε ποτέ. Άλλωστε δεν είχε λόγια να εκφράσει όσα ένιωθε και κυρίως τους λόγους που τα ένιωθε. Απλώς υπήρχαν εκεί κάθε που ήτανε μαζί. Και της προσέφερε απλόχερα την καρδιά του.

Σάββατο βράδυ και προφασίστηκε πονοκέφαλο. Ήτανε καλεσμένοι σε κάποιο πάρτυ για τα γενέθλια συναδέλφου της. Κάποιου που ελάχιστα γνώριζε και ελάχιστα συμπαθούσε. Αλλά δεν ήταν εκεί το πρόβλημα, ο λόγος που δεν ήθελε να πάει. Ήθελε να μείνει μόνος του, να αναπολήσει, να θυμηθεί, να σκεφτεί, να αποφασίσει.

Μένοντας επιτέλους μόνος είχε την ευκαιρία να κοιτάξει παλιές φωτογραφίες, εκείνες που χρόνια έκρυβε σε κλειδωμένα συρτάρια στο γραφείο του. Κάθε φωτογραφία και μια ιστορία. Και ακόμα περισσότερες εκείνες που επανερχόταν από μόνες τους στη μνήμη. Εκείνες που πάντοτε πίστευε ότι της είχε κρύψει πολύ καλά μέσα στην καρδιά του.

Και τα μπουκάλια άδειαζαν το ένα μετά το άλλο. Και τα τσιγάρα άναβαν προτού το άλλο σβήσει. Το επόμενο πρωί έπρεπε να έχει "καθαρίσει". Δεν ήθελε να κοροϊδεύει τον εαυτό του, πόσο περισσότερο έναν άλλο άνθρωπο που αγαπούσε. Και στο cd player ακουγόταν οι Tindersticks:

Greeds all gone now, theres no question
And I can see you push your hair behind your ears
Regain your balance
Doesnt matter where she is tonight
Or with whoever she spends her time
If these arms were meant to hold her
They were never meant to hold her so tight
For the love of that girl
Greeds all gone now, the panic subsides
When I could run, pulling arms to love her
Try to put myself on on the inside

For the love of that girl
Tears swell, you dont know why
For the love of that girl
They never fall, they can never run dry
For the love of that girl

Promise is never over, never questioned it needed reply
But she could breathe deep into my neck
Let me know Im just on the outside


(οι πίνακες είναι του Edvard Munch)

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

Solitude



...Είναι Σάββατο βράδυ. Δεν πάει καιρός που κανονικά θα έπρεπε να ετοιμάζεται για άλλη μία νυχτερινή έφοδο σε κάποιο πολύβουο κέντρο. Η νύχτα πάντοτε την καλούσε κι εκείνη υπήρξε μία από τις βασίλισσες της. Η ομορφιά της, που δεν την έχει εγκαταλείψει ακόμα, άλλωστε δεν την έχουν πάρει και τα χρόνια, υπήρξε πάντοτε εντυπωσιακή. Και γινόταν αντικείμενο θαυμασμού από τους άντρες και την πολιορκούσαν σε κάθε της έξοδο. Και εκείνη, γυναίκα κυνηγός, σπάνια θυμάται τον εαυτό της μόνο.

Μα τώρα κουράστηκε. Την κούρασαν οι άσκοπες σχέσεις, οι σχέσεις με ημερομηνία λήξεως, τα ξενύχτια δίχως λόγο.
Αυτό το Σάββατο, όπως και αρκετά πριν από αυτό, το έχει πάρει απόφαση. Δεν πρόκειται να συνεχίσει τη ζωή που τόσο την κούρασε, που την ξόδεψε ανούσια.
Θα μείνει στο τεράστιο μοναχικό της σπίτι, θα μαγειρέψει κάτι όμορφο μόνον για εκείνη, θα λεηλατήσει την κάβα της με τα κρασιά, θα ακούσει μουσική, ίσως δει και καμιά ταινία, θα καπνίσει αμέτρητα τσιγάρα, θα αναπολήσει...

...Πόσα ονόματα θυμάται, πόσοι περάσαν από τη ζωή της, από το κρεβάτι της και έπειτα λάβαν τη θέση τους στην πολύτιμη τροπαιοθήκη της, άδεια ονόματα κενά από μνήμες.
Μα υπήρχε κάποιος, κάποιος τόσο διαφορετικός από όλους αυτούς, κάποιος που από τη μνήμη της δεν έχει διαγραφεί κι ας έφυγε από τη ζωη της. Τον είδε προχτές στο δρόμο, δεν του μίλησε, δεν ξέρει αν την είδε και αυτός.Ήταν με κάποιαν άλλη παρέα. Φαινόταν ευτυχισμένος. Αυτός που πάντοτε υπήρχε στο πλάι της και συστηματικά εκείνη τον απόδιωχνε μακριά της Αυτός! Αυτός την είχε αγαπήσει πραγματικά. Κι εκείνη-όχι αυτό το θυμάται-τον είχε αγαπήσει, απλώς ,δεν ήταν ποτέ αυτό που έψαχνε, αυτό που στο μυαλό της είχε πλάσει.


..και στο δωμάτιο ακούγεται ο Duke...
In my solitude you haunt me
With reveries of days gone by,
In my Solitude you taunt me
With memories that never die
I sit in my chair, I'm filled with despair
There's no one could be so sad
With gloom everywhere, I sit and I stare
I know that I'll soon go mad.
In my Solitude I'm praying
Dear Lord above Send back my love

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2007

Άτιτλο αριθμός XXVI

κοιτάζω το κενό σημείο που άφησες στο κρεββάτι μου,
το άρωμά σου μυρίζω στα σεντόνια μου
και στο σακάκι που σου έδινα
να μη κρυώνεις στο μπαλκόνι
καθώς ονειροπολούσαμε κοιτώντας τ'αστέρια.

άδικη κατάρα περιφέρομαι στο άδειο σπίτι
με συνοδεία αγαπημένων μας μουσικών
με νέγρικες τρομπέτες και άγριες κιθάρες
και με βραχνές φωνές καθώς σύννεφα καπνού
τυλλίγουνε τον χώρο μου.

ένας χώρος γεμάτος με την παρουσία σου
με εικόνες από το χθες που έφυγε άξαφνα
και μόνο μου με άφησε να ονειροπολώ
να αναπολώ και να μαθαίνω
ότι το "σ'αγαπάω δεν κλeίνεται σε παρελθόντες χρόνους"*


*o στίχος ανήκει στον Θεόδωρο Παντούλα και είναι από την ποιητική του συλλογή "Αντίδωρο" που έχω αναρτήσει σε παλαιότερο ποστ στο drunktank5.blogspot.com

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

Γιατί;

Πρέπει να δω τον κόσμο μ’ άλλα μάτια

Να βρω κουράγιο και να συνεχίσω.

Δεν θα ‘σαι πλάι μου πια.

Δεν θα ‘μαι πλάι σου ποτέ ξανά.

Γιατί; Γιατί;

Τόσα όνειρα που τα προδώσαμε

Τόσες νύχτες που ξόδεψα κλαίγοντας μόνος.

Δεν άκουσες ποτέ σου το τραγούδι μου.

Δεν σου τραγούδησα ποτέ.

Γιατί; Γιατί;

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2007

Είμαι...

Είμαι ένα φύλο κίτρινο που χορεύει στον αέρα,

Που λιώνει στη βροχή, που το σκεπάζει η σκόνη.

Του φθινοπώρου φύλο είμαι.

Είμαι ένα δένδρο καμένο, που στέκει μονάχο

Στη μέση της ερήμου, στη μέση μιας καμένης γης.

Είμαι εκείνος που ποτέ μου δεν υπήρξα,

Που μ’ ονειρεύτηκα μια κρύα του φθινοπώρου νύχτα.

Εκείνος που έβλεπες να τρέχει μέσα στη βροχή,

Ένα κορμί χαμένο στους αιώνες.

Είμαι το χθες, το αύριο και το σήμερα ˚ μα δεν υπάρχω.

Είμαι ένα όνειρο που έσβησε πριν να χαράξει η μέρα,

Μια παγωμένη σιωπή, μια σκέψη που έμεινε βουβή,

Ένα τραγούδι που ποτέ δεν θα τελειώσει...

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2007

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 200Χ


οι πρώτες στάλες της βροχής

οι δρόμοι γεμάτοι κίτρινα φύλα

το θλιμμένο φόρεμα της φύσης.

Θυμάσαι το όμορφο σκούρο μπλε του ουρανού,

Τη λίμνη με τα αγριεμένα της νερά;

Της ημέρες της απουσίας σου

Οι εικόνες αυτές μοναδική μου συντροφιά.

Βγήκα μια βόλτα και η βροχή χαστούκιζε το πρόσωπό μου,

Σαν απατημένη ερωμένη

Ή σαν αυστηρή δασκάλα

Ξεπλένοντας τις σκέψεις μου από την παρουσία σου.





(Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε από την Βιβή http://vv-gati.blogspot.com . Την ευχαριστώ ιδιαίτερα για την ευγενική παραχώρηση χρήσης του)

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2007

Αντίο

Έμαθα πλέον ότι τα όνειρα είναι δωρεάν. Και πουλιούνται πανεύκολα. Κι εγώ είχα μεγάλη ανάγκη να ονειρεύομαι μα… όταν τα όνειρα πεθαίνουν οι άνθρωποι ξαναγεννιούνται. Κι εγώ έχω ανάγκη να ξαναγεννηθώ. Κάποτε ίσως να καταλάβεις. Ίσως και να με συγχωρήσεις. Εγώ πάντως σε είχα συγχωρήσει από πάντοτε. Και ποτέ δεν πρόκειται να σε μισήσω. Κι ας είναι πολύ πιο εύκολο από το να μη σε αγαπάω…

Πρώτη γνωριμία

Με μερικούς ανθρώπους νιώθεις ένα αίσθημα προαιώνιας συγγένειας, μια γνωριμία πέρα από τους αιώνες. Έτσι μόνον μπορείς να εξηγήσεις πώς δύο άνθρωποι που μέχρι πριν λίγο δε γνωριζόντουσαν σχεδόν καθόλου, κάθονται ξαφνικά και συζητάνε, δίχως συναίσθηση του χρόνου, για πράγματα ασήμαντα και σημαντικά, ρουφώντας ο ένας τον άλλο, προσπαθώντας να κερδίσουν τον χρόνο που χάθηκε στην Εδέμ

ΔΎΟ

Δεν ήθελα να με βρεις πιωμένο, άλλωστε ήταν μόλις τρεις το μεσημέρι. Όμως από τη στιγμή που με πήρες τηλέφωνο και μου είπες ότι θα περνούσες από το σπίτι δε μου άφησες άλλη επιλογή. Έπρεπε να πιω, όχι να μεθύσω, να πιω για να αντέχω να σε κοιτάζω δίχως να μπορώ να σε αγγίξω.
Έτσι, με βρήκες πιωμένο. Και είμαι σίγουρος ότι κολακεύτηκες απίστευτα πολύ γνωρίζοντας ότι έπινα για πάρτη σου. Όπως είμαι εξίσου σίγουρος ότι λυπήθηκες στο τέλος, καθώς το ποτήρι μου προσγειώθηκε με δύναμη στο ωραίο σου κεφάλι. Πάντως για το τελευταίο λυπήθηκα κι εγώ. Βλέπεις, δεν είχα προλάβει να τελειώσω το ποτό μου, όταν κάποια μαλακία σου με ώθησε στο να σου το σερβίρω στο κεφάλι.
Κρίμα που δεν θυμάμαι τι ήταν αυτό που είπες!

ΈΝΑ

Στο τραπεζάκι μπροστά μου ένα μπουκάλι κρασί, ένα τασάκι κι ένα πακέτο τσιγάρα. Μου ζήτησες να ανοίξω το κρασί καθώς εσύ θα έφερνες ποτήρια. Όπως πάντα υπάκουσα, άλλωστε ποτέ δεν είχα πει όχι σε ένα καλό μπουκάλι κρασί.
Ήρθες και κάθισες δίπλα μου, σχεδόν σε ακουμπούσα και με ακουμπούσες. Αρχίσαμε να πίνουμε και να συζητάμε. Για σχέσεις που τελειώνουν, για ερωτικές ιστορίες με άσχημο τέλος, για την αγάπη γενικότερα. Δε μιλούσα πολύ, θυμάμαι. Προτιμούσα να ακούω εσένα να μιλάς. Κάποια στιγμή σε έχασα. Δεν θυμάμαι πώς και γιατί αλλά έβλεπα τα χείλη σου να κουνιούνται μα ο ήχος δεν έφθανε ως τα αυτιά μου. Σταμάτησα να σε κοιτάζω. Δεν ξέρω αν σταμάτησες κι εσύ να μιλάς. Εγώ πάντως κοίταζα το τραπεζάκι, που εν τω μεταξύ είχε γεμίσει με μπουκάλια, και σκεφτόμουν αν έπρεπε να σε αγκαλιάσω ή να σου ανοίξω το κεφάλι με τα άδεια μπουκάλια από κρασί.

Καύσωνας, Πάτρα, Κάποτε

Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι όλη τη νύχτα. Δεν ξέρω αν έφταιγε η αφόρητη ζέστη που επικρατεί την τελευταία εβδομάδα. Σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο, προσεκτικά να μη σε ξυπνήσω. Πίστευα ότι ίσως λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου να έκανε δουλειά. Τίποτα! Ξάπλωσα και άρχισα να ονειρεύομαι κοιτώντας το ταβάνι. Άναψα τσιγάρο. Έβαλα ένα ποτήρι ουίσκι. Άναψα κι άλλο τσιγάρο. Ο ύπνος είχε πια φύγει μακριά μου εκείνο το βράδυ. Σηκώθηκα πάλι κι ήρθα ως την πόρτα του δωματίου σου. Προσεκτικά την άνοιξα. Μέσα στο ημίφως κάθισα και σε κοίταζα καθώς κοιμόσουν. Ήσουν πανέμορφη, πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά. Έμοιαζες με άγγελο. Σε κάποια φάση γύρισες πλευρό και ήταν σαν να με κοιτούσες κι εσύ. Κι εγώ ήθελα να έρθω να φιλήσω το μπράτσο σου ή το γυμνό σου στήθος, όμως φοβόμουν πως θα σε ξυπνούσε η κίνησή μου αυτή και δεν το ήθελα. Έτσι, έμεινα απλώς να σε κοιτάζω και να ονειρεύομαι με τα μάτια μου ανοιχτά. Όπως ακριβώς δηλαδή με βρήκες το πρωί σα ξύπνησες.

Λέξεις 1998

Οι λέξεις έφυγαν πια!
Με παράτησαν και αυτές.
Γύρω μου μονάχα κόλλες λευκές,
κόλλες σκισμένες και λέξεις φαντάσματα.
Οι λέξεις έφυγαν πια κι αυτές.
Την ώρα που μου είπες "αντίο".
Οι λέξεις έφυγαν...
...τώρα μου λείπεις πιο πολύ!

Λέξεις 2000

Λέξεις που κάποτε φοβήθηκαν να ειπωθούν,
που η σιωπή τις τρόμαξε, τις σκότωσε,
καλύτερα ποτέ να μη σχηματιστούν.
Λέξεις φαντάσματα γινήκανε πια.
Λάθος στιγμή διαλλέξαν για να βγουν,
ματώσαν τα χείλη, λέξεις δραπέτες,
σαν αστραπές και σαν κατάρες ηχούν.
Αλίμονο! Δεν έπρεπε ποτέ να ειπωθούν.