Τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα εκτός κι αν αναφέρεται άλλος ως συγγραφέας. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσιεύση τους δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα.

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ!




Λεξεις 2000

Λέξεις που κάποτε φοβήθηκαν να ειπωθούν,
που η σιωπή τις τρόμαξε, τις σκότωσε,
καλύτερα ποτέ να μη σχηματιστούν.
Λέξεις φαντάσματα γινήκανε πια.
Λάθος στιγμή διαλλέξαν για να βγουν,
ματώσαν τα χείλη, λέξεις δραπέτες,
σαν αστραπές και σαν κατάρες ηχούν.
Αλίμονο! Δεν έπρεπε ποτέ να ειπωθούν.


Λέξεις 1998

Οι λέξεις έφυγαν πια!
Με παράτησαν και αυτές.
Γύρω μου μονάχα κόλλες λευκές,
κόλλες σκισμένες και λέξεις φαντάσματα.
Οι λέξεις έφυγαν πια κι αυτές.
Την ώρα που μου είπες "αντίο".
Οι λέξεις έφυγαν...
...τώρα μου λείπεις πιο πολύ!


Φθινόπωρο 200Χ

οι πρώτες στάλες της βροχής

οι δρόμοι γεμάτοι κίτρινα φύλα

το θλιμμένο φόρεμα της φύσης.

Θυμάσαι το όμορφο σκούρο μπλε του ουρανού,

Τη λίμνη με τα αγριεμένα της νερά;

Της ημέρες της απουσίας σου

Οι εικόνες αυτές μοναδική μου συντροφιά.

Βγήκα μια βόλτα και η βροχή χαστούκιζε το πρόσωπό μου,

Σαν απατημένη ερωμένη

Ή σαν αυστηρή δασκάλα

Ξεπλένοντας τις σκέψεις μου από την παρουσία σου.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Σημείωση για το Solitude

Μιλώντας με κάποιον κολλητό μου για το solitude (ένας από τους δύο που γνωρίζουν την ύπαρξη του μπλογκ μου) μου είπε "μαλακία το πώς το τέλειωσες. Σαν να ήταν άλλος άνθρωπος που το έγραφε και άλλος που το τελείωσε. Είσαι καλά; " .

Πράγματι, και σας το παραδέχτηκα, άλλαξε τελείως το ύφος μου στα τελευταία δύο κείμενα.
Ήθελα να τελειώνω με την ιστορία, λάθος μου μεγάλο. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να σας την παρουσιάσω και ξαφνικά να την τελειώσω έτσι.
Απλώς δεν άντεχα. Από τη μία ο διαρκώς συρρικνούμενος χρόνος μου, από την άλλη κάποια προσωπικής φύσεως προβλήματα, με φόρτωσαν με ένα ψυχολογικό βάρος που αδυνατούσα να αντέξω.

Ο ίδιος φίλος με ρώτησε αν κάποιες καταστάσεις που περιέγραφα ήταν προσωπικές. Δεν θεώρησα ποτέ εαυτόν συγγραφέα, αλλά θεωρώ αδύνατον να γράφεις οτιδήποτε και να μην βρίσκεσαι στη θέση όσων περιγράφεις. Απλώς δεν είμαι εγώ κανένας από τους ήρωες και είμαι (ο ίδιος ή οι εμπειρίες μου) κομμάτια όλων τους.

Έτσι προτίμησα να σας δώσω το τέλος με αυτό τον τρόπο. Η ιστορία έτσι θα κατέληγε πάντως. Το μόνο που θα άλλαζε είναι ο αριθμός των επεισοδίων και η λίγο μεγαλύτερη εμβάθυνση στις καταστάσεις που περιέγραψα σε αυτά τα δύο τελευταία επεισόδια.

Και πάλι συγνώμη αν σας στενοχώρησα. Κάποια στιγμή θα σβήσω τα τελευταία δύο επεισόδια και θα ξαναγράψω το τέλος. Αλλά δε θα το βρείτε εδώ... θα σας το δωρίσω σε χαρτί... ελπίζω...

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Solitude: τέλος;


Το ήξερε ότι ήταν η καταστροφή του, όπως παλιά, από πάντοτε, το ήξερε. Ήξερε ότι θα καιγόταν αλλά πάντοτε η φωτιά της τον τραβούσε κοντά της.
Τις ημέρες που πέρασαν η διαδρομή του ήταν από την αγκαλιά της στη δουλειά και πάλι από την αρχή. Δε σκεφτόταν τίποτα κι ας είχε ξαναζήσει το σενάριο...

Δεν ήθελε να θρέψει τα όνειρά του με ελπίδες ψεύτικες. Δεν πίστεψε ποτέ ότι εκείνη είχε αλλάξει. Θα την ξαναέπιαναν τα ίδια, θα τον παρατούσε, περισσότερο κουρέλι από κάθε άλλη φορά. Το ήξερε αλλά δεν ήθελε να το σκέφτεται καν. Κι η Στέλλα; Η Στέλλα είχε τελειώσει για εκείνον, δε μπορούσε να την κοροιδεύει άλλο, δε μπορούσε να κοροιδεύει ούτε τον εαυτό του. Μόνον η Άρτεμις υπήρχε για εκείνον, καμία άλλη, ακόμα και αν δεν ήταν μαζί της, ακόμα και αν τον έδιωχνε ξανά.(πίνακας του Sergei Chepik)

Και έτσι συνέβη πραγματικά. Δύο εβδομάδες μετά το μοιραίο βράδυ γύρισε στο σπίτι της μετά τη δουλειά. Αμέσως κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, σα να ξύπνησε ξαφνικά από το όνειρο που ζούσε. Όλες του οι σκέψεις, όλοι του οι φόβοι τον πλημμύρισαν κι ένιωσε το κορμί του να ριγεί. Κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα. Του προσέφερε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και κάθισε απέναντί του. Αμήχανες σιωπές τους τύλιξαν. Εκείνη ήθελε να τον παρατήσει, να μείνει όμως ο φίλος της, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε μεταξύ τους. Εκείνος ήθελε να φύγει και να ξεχάσει ότι υπήρξε στη ζωή του.
"Πίστευα ότι μαζί σου μόνον θα μπορούσα να είμαι ευτυχισμένη"
"Κανένας ποτέ δε θα μπορέσει να σε κάνει να ευτυχήσεις. Πίστευα ότι εγώ θα το μπορούσα αλλά έκανα λάθος. Κι αυτό το λάθος θα το πληρώνω πάντοτε"
Σπάσανε σχεδόν ταυτόχρονα τη σιωπή τους, σα να διάβαζε ο ένας τη σκέψη του άλλου.
"Δε θέλω να με μισείς"
"Είναι πιο εύκολο από το να μη σε αγαπάω"
Συνέχισαν...
"Θέλω να περισσώσουμε ό,τι μπορούμε"
"Δεν υπάρχει τίποτε. Όλα έχουν διαλυθεί. Δεν υπάρχουν χρώματα πια, μονάχα το μαύρο και το λευκό"
Και...
"Έτσι απλά θα τα πετάξουμε όλα;"
"Έτσι απλά; Έφυγα μακριά σου για να νικήσω τους δαίμονες μου, να κυνηγήσω τη μοναδική ελπίδα να ευτυχήσω και τελικά τι κατάφερα;"
Σηκώθηκε για να φύγει. Εκείνη δε μιλούσε πια. Δεν υπήρχε κάτι να πει. Είχε καταστρέψει έναν άνθρωπο και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε παραπάνω. Ήθελε να ήταν αλλιώς τα πράγματα αλλά... δεν ήξερε ακόμα γιατί δεν μπορούσε. Δεν υπήρχε κάτι να πει, ευχόταν να την μισούσε, να έκανε τον χωρισμό ευκολότερο.
Γύρισε και την κοίταξε μια τελευταία φορά.
"Εύχομαι κάποτε να ευτυχήσεις... κι ας μην είμαι κοντά σου"
κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Μπαίνοντας στο αυτοκίνητό του ξέσπασε σε κλάμματα. Δεν ήθελε να "σπάσει" μπροστά της, χρειάστηκε απίστευτη δύναμη να της πει όσα είπε, να την παρατήσει πριν τον "σκοτώσει".
Εκείνη όταν είδε την πόρτα πίσω του να κλείνει συνειδητοποίησε ότι έφυγε μακριά της ο μόνος άντρας που άξιζε να βρίσκεται πλάι της, το πλέον πολύτιμο τρόπαιο της διόλου ευκαταφρόνητης τροπαιοθήκης της. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Τον αγαπούσε, όχι όμως ερωτικά. Και εκείνος ζητούσε τα πάντα. Έκλαψε...
Μακάρι να ένιωθε διαφορετικά...


Λίγες μέρες μετά του τηλεφώνησε η Στέλλα. Η Στέλλα! Τόσες μέρες δεν την είχε καν σκεφτεί. Δεν είχε προετοιμάσει καν τον εαυτό του για το τι θα της έλεγε. Του είπε ότι θα επέστρεφε σε δύο ημέρες. Στο τηλέφωνο ακουγόταν κάπως περίεργα. Περίεργα όμως δεν ακουγόταν και ο ίδιος; Είχε προφασιστεί ασθένεια στη δουλειά και έπινε όλη μέρα προσπαθώντας να ζαλίσει τις σκέψεις του που ήταν όμως διαρκώς παρούσες. Τη Στέλλα όμως δεν την είχε σκεφτεί καθόλου.

Όταν γύρισε από τη γενέθλια πόλη της τον βρήκε στην ίδια κατάσταση που είχε εγκαταλείψει τον εαυτό του όλες αυτές τις μέρες. Δεν βρήκε λόγια να του πει, φοβήθηκε ότι εκείνη ευθυνόταν για αυτό.
"Δε θέλεις να γίνει ο γάμος"
την ρώτησε ξαφνικά.
"Δεν με πειράζει. Καλύτερα για εσένα. Σε αγάπησα, σε αγαπώ αλλά όχι όπως ένας άντρας πρέπει να αγαπάει τη γυναίκα του. Βλέπεις, όσο έλειπες ήμουν με την Άρτεμη, τη γυναίκα που προσπαθούσα να ξεχάσω όταν γνωριστήκαμε, τη γυναίκα που νόμιζα ότι είχα ξεχάσει. Βρίσε με, χτύπα με, διώξε με από το σπίτι. Μη με κοιτάζεις μόνον με τα όμορφα θλιμμένα μάτια σου γεμάτα με οίκτο"
της είπε το κρασί.
"Δε θέλω να γίνει ο γάμος, δεν ήθελα πριν μου πεις όσα είπες. Όσο έλειπα το συνειδητοποίησα. Σε αγαπάω σαν άνθρωπο, όχι σαν εκείνον που θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου. Όχι σαν τον Νικόλα! Είναι ο παιδικός μου έρωτας, είχα φύγει από την πόλη μου για να ξεφύγω από τον χωρισμό μου μαζί του. Τον συνάντησα, μου ζήτησε να μη σε παντρευτώ, να δοκιμάσουμε ξανά. Είμαι κι εγώ εξίσου ένοχη μαζί σου"...



Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Solitude : επίλογος Α

Όταν η Στέλλα έφυγε για την προγραμματισμένη επίσκεψη στους γονείς της, του είπε ότι τελικά δε θα έλειπε μία εβδομάδα αλλά έναν ολόκληρο μήνα. Είχε ήδη πάρει άδεια από τη δουλειά της και χρειαζόταν αυτό τον μήνα μακριά του, όχι για να κανονίσει λεπτομέρειες του γάμου αλλά για να σκεφτεί περισσότερο για το γάμο, για εκείνη, για τους δυο τους. Δεν ήταν κάτι που περίμενε, κάτι που μπορούσε να φανταστεί αλλά δεν αντέδρασε. Τη φίλησε τρυφερά, σαν φίλος από τα παλιά, και της ζήτησε να του τηλεφωνεί όποτε εκείνη θεωρούσε σκόπιμο.

Τις δύο πρώτες μέρες μιλούσαν συνέχεια στο τηλέφωνο. Καταλάβαινε κι εκείνος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ένιωθε ότι ήταν πιεσμένη από κάτι που φοβόταν αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει, ούτε καν υποψιαζόταν τι μπορούσε να σκέφτεται. Η δουλειά του τις μέρες εκείνες τον κρατούσε αρκετά απασχολημένο, γύριζε αργά τα βράδια, μιλούσε μαζί της στο τηλέφωνο, έπινε ένα κρασί και ξεκουραζόταν, δίχως σκέψεις, δίχως όνειρα. Μόνον όσο κρατούσε το κρασί σκεφτόταν ότι η Στέλλα θα τον παρατούσε. Στο τηλέφωνο μιλούσαν σαν δυο φίλοι που προσπαθούσαν να κερδίσουν κάτι που δεν είχαν ποτέ. Όχι σαν δυο ερωτευμένοι που σκόπευαν να μοιραστούν τη ζωή τους…

Την Τρίτη ημέρα του είπε ότι χρειαζόταν να σταματήσουν, να διακόψουν για λίγο, να περάσει λίγο χρόνο με τους δικούς της, μόνη με τον εαυτό της. Να ξεκαθαρίσει ότι πραγματικά μπορούν να περάσουν μια ζωή μαζί. Να ανακτήσει τη στιγμή που έζησε όταν της πρότεινε να παντρευτούν. Να της λείψει όπως τις πρώτες εβδομάδες της γνωριμίας τους. Να βγει έξω όπως παλιά, να ξεδώσει από την πίεση, να διασκεδάσει. Δεν μπόρεσε να της πει τίποτα, δεν ήξερε να της πει τίποτα. Φοβόταν ότι τις δικές του σκέψεις τις πρόβαλλε πάνω της, ότι εκείνος ήταν υπεύθυνος για τη διατάραξη της ήσυχης ζωούλας τους…

Την ίδια ημέρα του τηλεφώνησε η Άρτεμις! Ήθελε να τον δει, θα μαγείρευε κάτι, να περνούσε από το σπίτι της μετά τη δουλειά. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα πλέον μαζί της, αν ήταν να βρεθούνε ας ήτανε κάπου έξω, κάπου λιγότερο επικίνδυνα. Δεν της το είπε, της ζήτησε τη διεύθυνσή της…

Αγόρασε κρασί και λουλούδια (πρώτη φορά σπίτι της) και κενός από σκέψεις ή υποψίες χτύπησε το κουδούνι της.

Ήπιαν ένα ποτό μέχρις το δείπνο τους να ήταν απολύτως έτοιμο και μίλησαν λίγο για τις δουλειές τους. Ο απαλός φωτισμός των κεριών και η ρομαντική μουσική από κάποιο cd που της είχε γράψει τον καιρό που ήτανε (ή μήπως πριν γίνουν) ζευγάρι δεν τον απασχόλησε. Το μυαλό του ήτανε νεκρό εδώ και μέρες.

Δειπνήσανε σε πολύ ρομαντική ατμόσφαιρα, ακόμα μαγείρευε υπέροχα, θυμήθηκε.

Συνέχισαν να συζητάνε και αφού το δείπνο τελείωσε. Ξαπλωμένοι, ουσιαστικά, ο ένας απέναντι στον άλλο στους καναπέδες της, πίνανε και συζητάγανε. Για ποίηση, για μουσική, για φιλοσοφία. Όπως παλιά. Τότε που την κυνηγούσε…

Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκαν στο κρεβάτι να φιλιούνται με πάθος, να κάνουν έρωτα…

Ξυπνήσανε αγκαλιασμένοι…

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Ένα αντίο...


Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
κι ας είχε ειπωθεί ξανά
δεκάδες φορές στο παρελθόν.
Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
γιαί η ζωή είναι αυτό που προχωρά
κι όχι αυτό που κάποτε συνέβη,
που πέρασε μα φυλακισμένο σε κρατά.

Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
κι ας κρύβει μέσα του πόνο
κι ας κρύβει νοσταλγία
ας κρύβει θυμό.
Τι κι αν είχε ειπωθεί ξανά;

Με μέσα τεχνητά ζωή δε λογίζεται.
Άλλο να ζεις κι άλλο να επιζείς.
Άλλο να ζεις για κάποιον άλλο,
άλλο να ζεις μέσα από κάποιον άλλο.

Μα πώς τελειώνει ο έρωτας;
Πώς η αγάπη πεθαίνει;
Είναι ένας δρόμος που πρέπει μονάχος να διαβώ...
Να είσαι καλά, όπου κι αν πας.
Κάποτε θα καταλάβεις
πως το αντίο αυτό έπρεπε να ειπωθεί...