Τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα εκτός κι αν αναφέρεται άλλος ως συγγραφέας. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσιεύση τους δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2007

Solitude 6: Ανήσυχες μέρες




Γύρισε από το πάρτυ πολύ αργά (ή καλύτερα πολύ νωρίς το πρωί) και πολύ μεθυσμένη! Τον βρήκε να κοιμάται στον καναπέ, φαινόταν εξαντλημένος και ανήσυχος.Το δωμάτιο μύριζε ουΐσκυ και καπνό. Όσο πιο ήσυχα μπορούσε τον πλησίασε για να τον σκεπάσει. Παρά τη ζάλη της που είχαν ως αποτέλεσμα κάποιες θορυβώδεις κινήσεις εκείνος δεν κατάλαβε τίποτα.
Στάθηκε για μια στιγμή να τον κοιτάζει πλημμυρισμένη από αισθήματα αγάπης και φόβου και αποφάσισε να κοιμηθεί και η ίδια.

Ξύπνησε αρκετές ώρες αργότερα, περισσότερο κουρασμένη, με βαρύ κεφάλι από το αλκοόλ και τις σκέψεις.

Στον ύπνο της είχε δει ότι εκείνος έφευγε μακριά της. Ήτανε λέει σε κάποιο ομιχλώδες τοπίο και τον έβλεπε να φεύγει. Εκείνη φώναζε το όνομά του. Και τον έβλεπε να γυρίζει προς το μέρος της καθώς απομακρυνόταν, χαμογελούσε και κάτι της έλεγε αλλά οι λέξεις δεν έφθαναν στα αυτιά της. Και τότε εκείνη ξεσπούσε σε λυγμούς. Και διέκρινε μια σκοτεινή γυναικεία φιγούρα να τον πλησιάζει.
Τότε το όνειρο άλλαζε. Έβλεπε τον εαυτό της σε μια παραδεισένια παραλία και τριγύρω της άντρες, μόνον άντρες. Να προσπαθούν να την αγκαλιάσουν, να τη χαιδέψουν κι εκείνη να μην αφήνεται. Να ψάχνει να τον βρει ανάμεσα σε τόσους άντρες, μα να μην τον βλέπει πουθενά. Και ζαλισμένη από το ποτό τελικά να αφήνεται στα χάδια των ξένων.
Περίεργο όνειρο, ακόμα πιο περίεργο που το θυμόταν, την άγχωσε ακόμα περισσότερο!

Σηκώθηκε κι εκείνος δεν ήταν πουθενά. Έξω έβρεχε. Κι ένα σημείωμα της έλεγε ότι είχε βγει, για να περπατήσει, να αγοράσει εφημερίδες και τσιγάρα!Και ότι την αγαπούσε! Χαμογέλασε. Πόσο καιρό είχε να της το πει;

Έφτιαξε καφέ και γέμισε την μπανιέρα.
Βυθίστηκε στο νερό και προσπάθησε να ηρεμήσει και να χαλαρώσει. Ήταν ακόμα ταραγμένη από τα όνειρά της. Κι αισθανόταν βρώμικη από αυτά.

Τον αγαπούσε, ήταν μαζί περισότερο από τρία χρόνια, συζούσανε κανονικά εδώ και ένα χρόνο και σε λιγότερο από έναν χρόνο θα τον παντρευόταν.
Δεν ήταν ο ωραιότερος από όσους είχε στη ζωή της, δεν ήταν ο καλύτερός της εραστής. Ήτανε όμως πολύ διαφορετικός από όλους, τον αγάπησε γι' αυτό. Όλο αυτό τον καιρό της γνώριζε διαρκώς καινούριους κόσμους, λογοτεχνικούς,κινηματογραφικούς, μουσικούς και φιλοσοφικούς. Και ήτανε πάντοτε πολύ τρυφερός και καλός μαζί της. Δεν ήτανε ο ωραιότερος αλλά ήτανε σίγουρα όμορφος. Και της προσέφερε απλόχερα τα πάντα. Και της παρείχε ασφάλεια και σιγουριά για το μέλλον. Ήταν σίγουρα ο ιδανικός πατέρας για τα παιδιά που ήθελε να αποκτήσουν, ο άνθρωπος που χαίρεσαι να γνωρίζεις στη μαμά σου. Τον αγαπούσε, ήτανε απόλυτα σίγουρη γι' αυτό.

Κι ας την τρόμαζε ώρες ώρες. Όπως στην αρχή που γνωριστήκανε, τότε που απέπνεε κάποιο μυστήριο και μια παράξενη μελαγχολία. Την γοήτευσε αυτό πάνω του.
Δυο μέρες τώρα η στάση του της θυμίζει εκείνες τις πρώτες ημέρες. Και τώρα δεν είναι καθόλου γοητευτικό αυτό...

Μήπως υπάρχει κάποια άλλη; Το ερώτημα αυτό της είχε καρφωθεί στο κεφάλι. Δεν μπορούσε να το διώξει. Ποια όμως; Πότε; Δεν έβρισκε απαντήσεις, μήτε λόγους για να δώσει καταφατική απάντηση.
Την αγαπούσε, ήτανε απόλυτα σίγουρη και γι' αυτό. Αλλά... αλλά τι; Όχι! Απλώς είναι πιεσμένος με τη δουλειά. Αυτό είναι! Θα έδιωχνε τις κακές σκέψεις από το μυαλό της, δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπάρχουν, πόσο ηλίθια και ανασφαλής ένιωθε!
Αυτή! Αυτή που πάντοτε είχε όποιον ήθελε, που πάντοτε τους παρατούσε για τον επόμενο, τον καλύτερο όπως πίστευε. Που και χθες το βράδυ ακόμα θα μπορούσε να διαλλέξει όποιον επιθυμούσε...

Από κάπου ακουγόταν το "Ανήσυχες μέρες" του Σωκράτη Μάλαμα

Ανήσυχες μέρες
Ταραγμένη νύχτα
Βεγγαλικά στην παραλία κι αδιέξοδα
Ζεστός καιρός
Τέλος του Μάη
Κι ένα αεράκι να φυσάει
Αστεία η λύπη να περνάει
Κι όμως να σε νικάει

Κόκκινα χείλη της φωτιάς
Θύμασαι εκείνη π'αγαπάς
Το πρόσωπό της σα νερό
Μες στο μυαλό σου το θολό

Έχει αέρα απόψε, έχει αέρα
Κι ακούω μια φωνή σαν τη δική σου
Ανασαίνει η πόλη τη μορφή σου
Γυρνάει μες στο μυαλό μου η θύμησή σου

Που 'ναι τα μάτια σου να δουν
Αυτό το δειλινό
Που 'ναι τα χέρια σου ν' αγγίξουνε τον ουρανό