Τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα εκτός κι αν αναφέρεται άλλος ως συγγραφέας. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσιεύση τους δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Solitude : επίλογος Α

Όταν η Στέλλα έφυγε για την προγραμματισμένη επίσκεψη στους γονείς της, του είπε ότι τελικά δε θα έλειπε μία εβδομάδα αλλά έναν ολόκληρο μήνα. Είχε ήδη πάρει άδεια από τη δουλειά της και χρειαζόταν αυτό τον μήνα μακριά του, όχι για να κανονίσει λεπτομέρειες του γάμου αλλά για να σκεφτεί περισσότερο για το γάμο, για εκείνη, για τους δυο τους. Δεν ήταν κάτι που περίμενε, κάτι που μπορούσε να φανταστεί αλλά δεν αντέδρασε. Τη φίλησε τρυφερά, σαν φίλος από τα παλιά, και της ζήτησε να του τηλεφωνεί όποτε εκείνη θεωρούσε σκόπιμο.

Τις δύο πρώτες μέρες μιλούσαν συνέχεια στο τηλέφωνο. Καταλάβαινε κι εκείνος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ένιωθε ότι ήταν πιεσμένη από κάτι που φοβόταν αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει, ούτε καν υποψιαζόταν τι μπορούσε να σκέφτεται. Η δουλειά του τις μέρες εκείνες τον κρατούσε αρκετά απασχολημένο, γύριζε αργά τα βράδια, μιλούσε μαζί της στο τηλέφωνο, έπινε ένα κρασί και ξεκουραζόταν, δίχως σκέψεις, δίχως όνειρα. Μόνον όσο κρατούσε το κρασί σκεφτόταν ότι η Στέλλα θα τον παρατούσε. Στο τηλέφωνο μιλούσαν σαν δυο φίλοι που προσπαθούσαν να κερδίσουν κάτι που δεν είχαν ποτέ. Όχι σαν δυο ερωτευμένοι που σκόπευαν να μοιραστούν τη ζωή τους…

Την Τρίτη ημέρα του είπε ότι χρειαζόταν να σταματήσουν, να διακόψουν για λίγο, να περάσει λίγο χρόνο με τους δικούς της, μόνη με τον εαυτό της. Να ξεκαθαρίσει ότι πραγματικά μπορούν να περάσουν μια ζωή μαζί. Να ανακτήσει τη στιγμή που έζησε όταν της πρότεινε να παντρευτούν. Να της λείψει όπως τις πρώτες εβδομάδες της γνωριμίας τους. Να βγει έξω όπως παλιά, να ξεδώσει από την πίεση, να διασκεδάσει. Δεν μπόρεσε να της πει τίποτα, δεν ήξερε να της πει τίποτα. Φοβόταν ότι τις δικές του σκέψεις τις πρόβαλλε πάνω της, ότι εκείνος ήταν υπεύθυνος για τη διατάραξη της ήσυχης ζωούλας τους…

Την ίδια ημέρα του τηλεφώνησε η Άρτεμις! Ήθελε να τον δει, θα μαγείρευε κάτι, να περνούσε από το σπίτι της μετά τη δουλειά. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα πλέον μαζί της, αν ήταν να βρεθούνε ας ήτανε κάπου έξω, κάπου λιγότερο επικίνδυνα. Δεν της το είπε, της ζήτησε τη διεύθυνσή της…

Αγόρασε κρασί και λουλούδια (πρώτη φορά σπίτι της) και κενός από σκέψεις ή υποψίες χτύπησε το κουδούνι της.

Ήπιαν ένα ποτό μέχρις το δείπνο τους να ήταν απολύτως έτοιμο και μίλησαν λίγο για τις δουλειές τους. Ο απαλός φωτισμός των κεριών και η ρομαντική μουσική από κάποιο cd που της είχε γράψει τον καιρό που ήτανε (ή μήπως πριν γίνουν) ζευγάρι δεν τον απασχόλησε. Το μυαλό του ήτανε νεκρό εδώ και μέρες.

Δειπνήσανε σε πολύ ρομαντική ατμόσφαιρα, ακόμα μαγείρευε υπέροχα, θυμήθηκε.

Συνέχισαν να συζητάνε και αφού το δείπνο τελείωσε. Ξαπλωμένοι, ουσιαστικά, ο ένας απέναντι στον άλλο στους καναπέδες της, πίνανε και συζητάγανε. Για ποίηση, για μουσική, για φιλοσοφία. Όπως παλιά. Τότε που την κυνηγούσε…

Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκαν στο κρεβάτι να φιλιούνται με πάθος, να κάνουν έρωτα…

Ξυπνήσανε αγκαλιασμένοι…