Τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα εκτός κι αν αναφέρεται άλλος ως συγγραφέας. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσιεύση τους δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα.

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2007

A short film...

Σκηνή Πρώτη

Ο Γιώργος, γύρω στα 30, ελαφρώς αξύριστος και εμφανώς ταλαιπωρημένος, περπατάει πάνω κάτω στο δωμάτιο και μονολογεί. Στα χέρια του μια μπουκάλα με ποτό.

Υπήρξα πάντοτε ξεκάθαρος μαζί σου, από την πρώτη στιγμή. Από τη στιγμή εκείνη που σε κοίταξα και σε ερωτεύτηκα. Από τη στιγμή εκείνη που κουβεντιάσαμε για πρώτη φορά και ένιωσα εκείνη την προαιώνια συγγένεια που γύρευα στη ζωή μου.

Δεν συμπίπτανε τα «θέλω» μας εκείνη τη στιγμή, έτσι μου είχες πει.

Εγώ όμως κόλλησα μαζί σου. Γιατί; Δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς το γιατί. Υπήρξαν περαστικές πολλές που ακόμα και τώρα τις θεωρώ ομορφότερες από εσένα. Αλλά αυτή η κενή ομορφιά δεν στάθηκε ικανή ποτέ να με συγκινήσει και να με κάνει να σε παρατήσω, να σε διώξω από τη ζωή μου.

Εσύ όμως ξέρεις γιατί γινήκαν έτσι οι ζωές μας;

Εντάξει, εγώ διακρίνομαι από τάσεις μαζοχισμού και εγκεφαλικής ανωμαλίας. Είχα αποφασίσει ότι μόνον μαζί σου αξίζει να διαβώ του παραδείσου τις θύρες. Χωρίς να σε κρατώ και να με κρατάς από το χέρι κι ο παράδεισος θα μου φαινόταν ανιαρός. Κι έτσι επέμενα και υπέμενα πολλά.

Κι όταν ερχόταν οι στιγμές εκείνες που προσπαθούσα, έστω και την πρόσκαιρη ευτυχία των πολλών να κυνηγήσω, αποφάσιζες ότι με αγαπούσες. Ότι ήθελες μαζί μου να είσαι, σα φίλη και σαν ερωμένη, όπως ακριβώς ήθελα. Κι εγώ έτοιμος από πάντοτε παρατούσα τα πάντα, δίχως καμία σκέψη, δίχως καμία λογική, μόνον και μόνο για να σε ακολουθώ, υπάκουος σαν μισθωμένο αντικείμενο.

Μα κάθε που δικό σου ολοκληρωτικά με έκανες ξανά, σύγχρονος Σίσυφος γινόμουνα. Υπήρξα βλέπεις το μόνο σίγουρο στη ζωή σου, στη γαμημένη από ψυχολογικά προβλήματα ζωούλα σου. Από προβλήματα που δε μας επέτρεπαν να ευτυχήσουμε μαζί, από προβλήματα που ποτέ δεν μπόρεσα να κατανοήσω, μήτε να επιλύσω.

Και διαλυμένος, προδομένος, σακάτης κάθε φορά τα κομμάτια μου προσπαθούσα να μαζέψω για να ριχτώ ξανά στον φαύλο ερωτικό μας κύκλο.

Κι εσύ εκεί. Να προσπαθείς κοντά σου να με κρατάς, σε μιαν αγάπη ατελή, σε μιαν αγάπη ανώμαλη. Να είμαι το απάνεμο λιμάνι σου, να σε προφυλάσσω από τις τρικυμίες της ζωής που ήθελες να δοκιμάζεις. Να είμαι η αγκαλιά η ζέστη, το χάδι της μάνας, ο φίλος με την νεκρωμένη καρδιά έως ότου αποφάσιζες ξανά πνοή μέσα μου να φυσήξεις.

Ακούγεται το κουδούνι της πόρτας. Ανοίγει το πλάνο στη μοναδική γωνιά του δωματίου που δεν έχει φανεί και βλέπουμε την Ελένη δεμένη σε μια καρέκλα.

Ο Γιώργος κλείνει την πόρτα του δωματίου και πηγαίνει να ανοίξει την εξώπορτα.

Εμφανίζεται η Μαρία και ο Νίκος.

-Τα χάλια σου έχεις.

-Δε θα μας πεις να περάσουμε;

-Περάστε.

Κάθονται στο σαλόνι και συζητάνε οι τρεις τους. Για το ότι ο Γιώργος έχει «εξαφανισθεί» από όταν χώρισε πάλι με την Ελένη, ότι δε βγαίνει πλέον μαζί τους μήτε καν απαντάει στα τηλεφωνήματά τους, ότι δεν είναι σωστό για τον ίδιο να απομονώνεται, ότι δεν πρέπει να παραμελεί τον εαυτό του και να ενδίδει στις αλκοολικές του τάσεις.

Ακούγεται ένας θόρυβος από την κρεβατοκάμαρα.

-Τι ήταν αυτό;

-Τίποτα.

-Ακούστηκε από την κρεβατοκάμαρα. Είναι κανείς εκεί;

-Η Ελένη

-...

- Τα ξαναβρήκατε ρε μπαγάσα; Γιατί δεν την φωνάζεις να έρθει; Ελένη;

-Δεν μπορεί να μιλήσει. ... Είναι δεμένη και φιμωμένη...

-Ορίστε; Είσαι τρελός;

-Ελάτε να τη χαιρετίσετε...

Η Μαρία φαίνεται «παγωμένη», ο Νίκος έξαλλος. Μπαίνουν στην κρεβατοκάμαρα. Η Ελένη έχει προσπαθήσει να μετακινηθεί και βρίσκεται δεμένη με την καρέκλα πεσμένη στο πάτωμα. Ο Νίκος κινείται προς το μέρος της με σκοπό να την απελευθερώσει.

Ο Γιώργος βγάζει πιστόλι από το παντελόνι του

-Θα μείνεις εκεί που είσαι!

-Έχεις τρελαθεί εντελώς φίλε;

-Δεν είμαστε φίλοι! Τα ξέρω όλα... Μάλλον ήρθε η ώρα να σταματήσει το θέατρο.

-Γιώργο τι λες ; Νίκο;

-Μαρία λυπάμαι που τα μαθαίνεις έτσι. Νικολάκη υπάρχει σκοινί στην άλλη καρέκλα. Σαν καλό παιδί που είσαι και υπάκουος φίλος μπορείς να δεθείς φρόνιμα φρόνιμα και ίσως να μη σε σκοτώσω

-Μα...

-Αυτό που σου λέω...

Ο Νίκος υπακούει (ή τουλάχιστον προσποιείται).

-Μαρία τι θα έλεγες να φροντίσεις να είναι καλά δεμένος ο φίλος μας; Και ας φροντίσουμε να μη διακόπτει όσα έχω να πω...

-Ευχαρίστως

Η Μαρία πηγαίνει προς το μέρος του έκπληκτου Νίκου, ο οποίος προσπαθεί με νοήματα να την κάνει να τον βοηθήσει. Η Μαρία σαν υπνωτισμένη δεν του δίνει σημασία και ακολουθεί τις εντολές του Γιώργου.

-Πολύ ωραία! Αυτή θα είναι μάλλον η πιο ειλικρινής στιγμή μας ως παρέα! Μαρία αν θέλεις μπορείς να φύγεις. Δεν ήσουνα ποτέ εδώ

-Θέλω να μάθω αυτό που υποψιάζομαι. Νομίζω πως με αφορά. Αποφασίζω αργότερα.

-Εντάξει, φεύγεις αργότερα...

-Λοιπόν... ξέρω. Ήταν κάτι που απλώς συνέβη...κάποιες φορές. Ήθελες να την παρηγορήσεις ή να προσπαθήσεις να την κάνεις να μη με χωρίσει. Κουβέντα στην κουβέντα αποφασίσατε να πηδηχτείτε. Τι πιο φυσιολογικό άλλωστε; Έτσι κι αλλιώς εμένα σκεφτόσασταν εκείνες τις στιγμές, έτσι δεν είναι; Για το καλό μου κάνατε ό,τι κάνατε. Θα έπρεπε να σας ευχαριστώ για την τόση αγάπη σας. Αλλά εγώ μια ζωή μαλάκας και αγύριστο κεφάλι. Αγνώμονας, ρεμάλι. Θέλησα να σας «καθαρίσω» και τους δύο μόλις το έμαθα. Βλέπεις γλυκιά μου, σβήνουμε τις φωτογραφίες από τον υπολογιστή, δεν αφήνουμε στοιχεία εκεί όταν έχουν πρόσβαση και άλλοι! Πάντως δεν ήξερα ότι είσαι τόσο καλλιτέχνης Νίκο. Συγχαρητήρια! Κρυφό ταλέντο τελικά εκτός από κρυφό φίδι, ε;

Η Μαρία έκλαιγε καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της. Δεν ήξερε για ποιο λόγο έκλαιγε. Για τον Νίκο; Για τον Γιώργο; Για την ίδια; Δεν ήξερε καν αν ήταν δάκρυα λύτρωσης , πόνου ή απλώς δάκρυα. Δεν ήξερε.

Ο σιγαστήρας «έπνιξε» τους πυροβολισμούς…

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ!




Λεξεις 2000

Λέξεις που κάποτε φοβήθηκαν να ειπωθούν,
που η σιωπή τις τρόμαξε, τις σκότωσε,
καλύτερα ποτέ να μη σχηματιστούν.
Λέξεις φαντάσματα γινήκανε πια.
Λάθος στιγμή διαλλέξαν για να βγουν,
ματώσαν τα χείλη, λέξεις δραπέτες,
σαν αστραπές και σαν κατάρες ηχούν.
Αλίμονο! Δεν έπρεπε ποτέ να ειπωθούν.


Λέξεις 1998

Οι λέξεις έφυγαν πια!
Με παράτησαν και αυτές.
Γύρω μου μονάχα κόλλες λευκές,
κόλλες σκισμένες και λέξεις φαντάσματα.
Οι λέξεις έφυγαν πια κι αυτές.
Την ώρα που μου είπες "αντίο".
Οι λέξεις έφυγαν...
...τώρα μου λείπεις πιο πολύ!


Φθινόπωρο 200Χ

οι πρώτες στάλες της βροχής

οι δρόμοι γεμάτοι κίτρινα φύλα

το θλιμμένο φόρεμα της φύσης.

Θυμάσαι το όμορφο σκούρο μπλε του ουρανού,

Τη λίμνη με τα αγριεμένα της νερά;

Της ημέρες της απουσίας σου

Οι εικόνες αυτές μοναδική μου συντροφιά.

Βγήκα μια βόλτα και η βροχή χαστούκιζε το πρόσωπό μου,

Σαν απατημένη ερωμένη

Ή σαν αυστηρή δασκάλα

Ξεπλένοντας τις σκέψεις μου από την παρουσία σου.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Σημείωση για το Solitude

Μιλώντας με κάποιον κολλητό μου για το solitude (ένας από τους δύο που γνωρίζουν την ύπαρξη του μπλογκ μου) μου είπε "μαλακία το πώς το τέλειωσες. Σαν να ήταν άλλος άνθρωπος που το έγραφε και άλλος που το τελείωσε. Είσαι καλά; " .

Πράγματι, και σας το παραδέχτηκα, άλλαξε τελείως το ύφος μου στα τελευταία δύο κείμενα.
Ήθελα να τελειώνω με την ιστορία, λάθος μου μεγάλο. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να σας την παρουσιάσω και ξαφνικά να την τελειώσω έτσι.
Απλώς δεν άντεχα. Από τη μία ο διαρκώς συρρικνούμενος χρόνος μου, από την άλλη κάποια προσωπικής φύσεως προβλήματα, με φόρτωσαν με ένα ψυχολογικό βάρος που αδυνατούσα να αντέξω.

Ο ίδιος φίλος με ρώτησε αν κάποιες καταστάσεις που περιέγραφα ήταν προσωπικές. Δεν θεώρησα ποτέ εαυτόν συγγραφέα, αλλά θεωρώ αδύνατον να γράφεις οτιδήποτε και να μην βρίσκεσαι στη θέση όσων περιγράφεις. Απλώς δεν είμαι εγώ κανένας από τους ήρωες και είμαι (ο ίδιος ή οι εμπειρίες μου) κομμάτια όλων τους.

Έτσι προτίμησα να σας δώσω το τέλος με αυτό τον τρόπο. Η ιστορία έτσι θα κατέληγε πάντως. Το μόνο που θα άλλαζε είναι ο αριθμός των επεισοδίων και η λίγο μεγαλύτερη εμβάθυνση στις καταστάσεις που περιέγραψα σε αυτά τα δύο τελευταία επεισόδια.

Και πάλι συγνώμη αν σας στενοχώρησα. Κάποια στιγμή θα σβήσω τα τελευταία δύο επεισόδια και θα ξαναγράψω το τέλος. Αλλά δε θα το βρείτε εδώ... θα σας το δωρίσω σε χαρτί... ελπίζω...

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2007

Solitude: τέλος;


Το ήξερε ότι ήταν η καταστροφή του, όπως παλιά, από πάντοτε, το ήξερε. Ήξερε ότι θα καιγόταν αλλά πάντοτε η φωτιά της τον τραβούσε κοντά της.
Τις ημέρες που πέρασαν η διαδρομή του ήταν από την αγκαλιά της στη δουλειά και πάλι από την αρχή. Δε σκεφτόταν τίποτα κι ας είχε ξαναζήσει το σενάριο...

Δεν ήθελε να θρέψει τα όνειρά του με ελπίδες ψεύτικες. Δεν πίστεψε ποτέ ότι εκείνη είχε αλλάξει. Θα την ξαναέπιαναν τα ίδια, θα τον παρατούσε, περισσότερο κουρέλι από κάθε άλλη φορά. Το ήξερε αλλά δεν ήθελε να το σκέφτεται καν. Κι η Στέλλα; Η Στέλλα είχε τελειώσει για εκείνον, δε μπορούσε να την κοροιδεύει άλλο, δε μπορούσε να κοροιδεύει ούτε τον εαυτό του. Μόνον η Άρτεμις υπήρχε για εκείνον, καμία άλλη, ακόμα και αν δεν ήταν μαζί της, ακόμα και αν τον έδιωχνε ξανά.(πίνακας του Sergei Chepik)

Και έτσι συνέβη πραγματικά. Δύο εβδομάδες μετά το μοιραίο βράδυ γύρισε στο σπίτι της μετά τη δουλειά. Αμέσως κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, σα να ξύπνησε ξαφνικά από το όνειρο που ζούσε. Όλες του οι σκέψεις, όλοι του οι φόβοι τον πλημμύρισαν κι ένιωσε το κορμί του να ριγεί. Κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα. Του προσέφερε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και κάθισε απέναντί του. Αμήχανες σιωπές τους τύλιξαν. Εκείνη ήθελε να τον παρατήσει, να μείνει όμως ο φίλος της, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε μεταξύ τους. Εκείνος ήθελε να φύγει και να ξεχάσει ότι υπήρξε στη ζωή του.
"Πίστευα ότι μαζί σου μόνον θα μπορούσα να είμαι ευτυχισμένη"
"Κανένας ποτέ δε θα μπορέσει να σε κάνει να ευτυχήσεις. Πίστευα ότι εγώ θα το μπορούσα αλλά έκανα λάθος. Κι αυτό το λάθος θα το πληρώνω πάντοτε"
Σπάσανε σχεδόν ταυτόχρονα τη σιωπή τους, σα να διάβαζε ο ένας τη σκέψη του άλλου.
"Δε θέλω να με μισείς"
"Είναι πιο εύκολο από το να μη σε αγαπάω"
Συνέχισαν...
"Θέλω να περισσώσουμε ό,τι μπορούμε"
"Δεν υπάρχει τίποτε. Όλα έχουν διαλυθεί. Δεν υπάρχουν χρώματα πια, μονάχα το μαύρο και το λευκό"
Και...
"Έτσι απλά θα τα πετάξουμε όλα;"
"Έτσι απλά; Έφυγα μακριά σου για να νικήσω τους δαίμονες μου, να κυνηγήσω τη μοναδική ελπίδα να ευτυχήσω και τελικά τι κατάφερα;"
Σηκώθηκε για να φύγει. Εκείνη δε μιλούσε πια. Δεν υπήρχε κάτι να πει. Είχε καταστρέψει έναν άνθρωπο και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε παραπάνω. Ήθελε να ήταν αλλιώς τα πράγματα αλλά... δεν ήξερε ακόμα γιατί δεν μπορούσε. Δεν υπήρχε κάτι να πει, ευχόταν να την μισούσε, να έκανε τον χωρισμό ευκολότερο.
Γύρισε και την κοίταξε μια τελευταία φορά.
"Εύχομαι κάποτε να ευτυχήσεις... κι ας μην είμαι κοντά σου"
κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Μπαίνοντας στο αυτοκίνητό του ξέσπασε σε κλάμματα. Δεν ήθελε να "σπάσει" μπροστά της, χρειάστηκε απίστευτη δύναμη να της πει όσα είπε, να την παρατήσει πριν τον "σκοτώσει".
Εκείνη όταν είδε την πόρτα πίσω του να κλείνει συνειδητοποίησε ότι έφυγε μακριά της ο μόνος άντρας που άξιζε να βρίσκεται πλάι της, το πλέον πολύτιμο τρόπαιο της διόλου ευκαταφρόνητης τροπαιοθήκης της. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Τον αγαπούσε, όχι όμως ερωτικά. Και εκείνος ζητούσε τα πάντα. Έκλαψε...
Μακάρι να ένιωθε διαφορετικά...


Λίγες μέρες μετά του τηλεφώνησε η Στέλλα. Η Στέλλα! Τόσες μέρες δεν την είχε καν σκεφτεί. Δεν είχε προετοιμάσει καν τον εαυτό του για το τι θα της έλεγε. Του είπε ότι θα επέστρεφε σε δύο ημέρες. Στο τηλέφωνο ακουγόταν κάπως περίεργα. Περίεργα όμως δεν ακουγόταν και ο ίδιος; Είχε προφασιστεί ασθένεια στη δουλειά και έπινε όλη μέρα προσπαθώντας να ζαλίσει τις σκέψεις του που ήταν όμως διαρκώς παρούσες. Τη Στέλλα όμως δεν την είχε σκεφτεί καθόλου.

Όταν γύρισε από τη γενέθλια πόλη της τον βρήκε στην ίδια κατάσταση που είχε εγκαταλείψει τον εαυτό του όλες αυτές τις μέρες. Δεν βρήκε λόγια να του πει, φοβήθηκε ότι εκείνη ευθυνόταν για αυτό.
"Δε θέλεις να γίνει ο γάμος"
την ρώτησε ξαφνικά.
"Δεν με πειράζει. Καλύτερα για εσένα. Σε αγάπησα, σε αγαπώ αλλά όχι όπως ένας άντρας πρέπει να αγαπάει τη γυναίκα του. Βλέπεις, όσο έλειπες ήμουν με την Άρτεμη, τη γυναίκα που προσπαθούσα να ξεχάσω όταν γνωριστήκαμε, τη γυναίκα που νόμιζα ότι είχα ξεχάσει. Βρίσε με, χτύπα με, διώξε με από το σπίτι. Μη με κοιτάζεις μόνον με τα όμορφα θλιμμένα μάτια σου γεμάτα με οίκτο"
της είπε το κρασί.
"Δε θέλω να γίνει ο γάμος, δεν ήθελα πριν μου πεις όσα είπες. Όσο έλειπα το συνειδητοποίησα. Σε αγαπάω σαν άνθρωπο, όχι σαν εκείνον που θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου. Όχι σαν τον Νικόλα! Είναι ο παιδικός μου έρωτας, είχα φύγει από την πόλη μου για να ξεφύγω από τον χωρισμό μου μαζί του. Τον συνάντησα, μου ζήτησε να μη σε παντρευτώ, να δοκιμάσουμε ξανά. Είμαι κι εγώ εξίσου ένοχη μαζί σου"...



Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007

Solitude : επίλογος Α

Όταν η Στέλλα έφυγε για την προγραμματισμένη επίσκεψη στους γονείς της, του είπε ότι τελικά δε θα έλειπε μία εβδομάδα αλλά έναν ολόκληρο μήνα. Είχε ήδη πάρει άδεια από τη δουλειά της και χρειαζόταν αυτό τον μήνα μακριά του, όχι για να κανονίσει λεπτομέρειες του γάμου αλλά για να σκεφτεί περισσότερο για το γάμο, για εκείνη, για τους δυο τους. Δεν ήταν κάτι που περίμενε, κάτι που μπορούσε να φανταστεί αλλά δεν αντέδρασε. Τη φίλησε τρυφερά, σαν φίλος από τα παλιά, και της ζήτησε να του τηλεφωνεί όποτε εκείνη θεωρούσε σκόπιμο.

Τις δύο πρώτες μέρες μιλούσαν συνέχεια στο τηλέφωνο. Καταλάβαινε κι εκείνος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ένιωθε ότι ήταν πιεσμένη από κάτι που φοβόταν αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει, ούτε καν υποψιαζόταν τι μπορούσε να σκέφτεται. Η δουλειά του τις μέρες εκείνες τον κρατούσε αρκετά απασχολημένο, γύριζε αργά τα βράδια, μιλούσε μαζί της στο τηλέφωνο, έπινε ένα κρασί και ξεκουραζόταν, δίχως σκέψεις, δίχως όνειρα. Μόνον όσο κρατούσε το κρασί σκεφτόταν ότι η Στέλλα θα τον παρατούσε. Στο τηλέφωνο μιλούσαν σαν δυο φίλοι που προσπαθούσαν να κερδίσουν κάτι που δεν είχαν ποτέ. Όχι σαν δυο ερωτευμένοι που σκόπευαν να μοιραστούν τη ζωή τους…

Την Τρίτη ημέρα του είπε ότι χρειαζόταν να σταματήσουν, να διακόψουν για λίγο, να περάσει λίγο χρόνο με τους δικούς της, μόνη με τον εαυτό της. Να ξεκαθαρίσει ότι πραγματικά μπορούν να περάσουν μια ζωή μαζί. Να ανακτήσει τη στιγμή που έζησε όταν της πρότεινε να παντρευτούν. Να της λείψει όπως τις πρώτες εβδομάδες της γνωριμίας τους. Να βγει έξω όπως παλιά, να ξεδώσει από την πίεση, να διασκεδάσει. Δεν μπόρεσε να της πει τίποτα, δεν ήξερε να της πει τίποτα. Φοβόταν ότι τις δικές του σκέψεις τις πρόβαλλε πάνω της, ότι εκείνος ήταν υπεύθυνος για τη διατάραξη της ήσυχης ζωούλας τους…

Την ίδια ημέρα του τηλεφώνησε η Άρτεμις! Ήθελε να τον δει, θα μαγείρευε κάτι, να περνούσε από το σπίτι της μετά τη δουλειά. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα πλέον μαζί της, αν ήταν να βρεθούνε ας ήτανε κάπου έξω, κάπου λιγότερο επικίνδυνα. Δεν της το είπε, της ζήτησε τη διεύθυνσή της…

Αγόρασε κρασί και λουλούδια (πρώτη φορά σπίτι της) και κενός από σκέψεις ή υποψίες χτύπησε το κουδούνι της.

Ήπιαν ένα ποτό μέχρις το δείπνο τους να ήταν απολύτως έτοιμο και μίλησαν λίγο για τις δουλειές τους. Ο απαλός φωτισμός των κεριών και η ρομαντική μουσική από κάποιο cd που της είχε γράψει τον καιρό που ήτανε (ή μήπως πριν γίνουν) ζευγάρι δεν τον απασχόλησε. Το μυαλό του ήτανε νεκρό εδώ και μέρες.

Δειπνήσανε σε πολύ ρομαντική ατμόσφαιρα, ακόμα μαγείρευε υπέροχα, θυμήθηκε.

Συνέχισαν να συζητάνε και αφού το δείπνο τελείωσε. Ξαπλωμένοι, ουσιαστικά, ο ένας απέναντι στον άλλο στους καναπέδες της, πίνανε και συζητάγανε. Για ποίηση, για μουσική, για φιλοσοφία. Όπως παλιά. Τότε που την κυνηγούσε…

Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκαν στο κρεβάτι να φιλιούνται με πάθος, να κάνουν έρωτα…

Ξυπνήσανε αγκαλιασμένοι…

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007

Ένα αντίο...


Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
κι ας είχε ειπωθεί ξανά
δεκάδες φορές στο παρελθόν.
Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
γιαί η ζωή είναι αυτό που προχωρά
κι όχι αυτό που κάποτε συνέβη,
που πέρασε μα φυλακισμένο σε κρατά.

Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
κι ας κρύβει μέσα του πόνο
κι ας κρύβει νοσταλγία
ας κρύβει θυμό.
Τι κι αν είχε ειπωθεί ξανά;

Με μέσα τεχνητά ζωή δε λογίζεται.
Άλλο να ζεις κι άλλο να επιζείς.
Άλλο να ζεις για κάποιον άλλο,
άλλο να ζεις μέσα από κάποιον άλλο.

Μα πώς τελειώνει ο έρωτας;
Πώς η αγάπη πεθαίνει;
Είναι ένας δρόμος που πρέπει μονάχος να διαβώ...
Να είσαι καλά, όπου κι αν πας.
Κάποτε θα καταλάβεις
πως το αντίο αυτό έπρεπε να ειπωθεί...

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2007

Solitude 9 : Στέλλα


Όλη την εβδομάδα διέκρινε μια περίεργη απόσταση μεταξύ τους, τον ένιωθε χαμένο σε σκέψεις και ταλαιπωρημένο από αυτές. Ξυπνούσε πάντοτε πολύ πρωί και γυρνούσε στο σπίτι πολύ αργά το βράδυ, δίχως καμία διάθεση. Ίσως να ήταν η δουλειά, ποτέ δεν τον ρωτούσε μήτε της μιλούσε εκείνος για τις δουλειές του. Ήξερε από την πρώτη στιγμή γνωριμίας τους ότι η φύση και μόνο της εργασίας του απαιτούσε υπερβολικά πολλές ώρες αφοσίωσης. Εκτίμησε μάλιστα τις θυσίες που είχε κάνει τότε κυνηγώντάς την, εις βάρος της προσωπικής του ξεκούρασης.
Αλλά αυτή τη φορά διαισθανόταν ότι η δουλειά δεν είχε καμία σχέση. Τον έβλεπε να χάνεται και φοβόταν. Και δεν ήθελε να τον ρωτήσει. Δεν ήθελε να φανεί σαν ανόητο κοριτσάκι που κυνηγάει φαντάσματα ενώ δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Αλλά φοβόταν. Και σκεφτόταν πολύ, υπερβολικά πολύ.
Άρχισε να σκέφτεται τι θα συνέβαινε αν την παρατούσε. Αν δεν ήταν σίγουρος για τον γάμο τους. Έφθασε στο σημείο και η ίδια να αμφιβάλλει για το γάμο. Και σε λίγες μέρες έπρεπε να επισκεφτεί τους γονείς της, να ξεκινήσει να ρυθμίζει κάποιες λεπτομέρειες του γάμου. Τρελαινόταν στις σκέψεις της!

Εκείνο το βράδυ γύρισε περισσότερο αργά από ό,τι συνήθως. Είχε κάποιο επαγγελματικό δείπνο. Τον περίμενε ξαπλωμένη στον καναπέ.Έβλεπε το "Αγάπα με αν τολμάς" του Γιαν Σαμουέλ και την είχαν πιάσει τα κλάμματα! Ήθελε και αυτή μια τόσο τρελή και απίθανη αγάπη στη ζωή της, ήτανε όμως ρεαλίστρια, ήξερε ότι δεν μπορούσε να υπάρξει στην πραγματικότητα, μόνο στον κινηματογράφο γίνονται αυτά. Και σίγουρα με τον Μάρκο δεν μπορούσε ούτε στον κινηματογράφο να υπάρξει κάτι τέτοιο! Αλλά τον αγαπούσε, δεν είχε αμφιβολία γι'αυτό. Και έκλαιγε από συγκίνηση.
Ο Μάρκος φαινόταν λιγότερο κουρασμένος από ότι όλο αυτό τον καιρό. Και φάνταζε περισσότερο όμορφος παρά ποτέ. Την αγκάλιασε, της φίλησε τα δάκρυα που έτρεχαν ακόμα από τα μάτια της, της είπε ότι την αγαπούσε! Πόσο καιρό είχε να της το πει κατάματα;
Αφέθηκε στην αγκαλιά του, στα χάδια του, ενώ σκεφτόταν πόσο ύποπτο της φαινόταν αυτό το "σ'αγαπάω", ενώ ακόμα τα δάκρυα δεν έλεγαν να στερέψουν!Και οι άσχημες σκέψεις πλήθαιναν...

Ακουγόταν οι Tindersticks
Youve been lying in bed for a week now
Wondering how long itll take
You havent spoken or looked at her in all that time
Its the easiest line you could break
Shes been going about her business as usual
Always with that melancholy smile
But you were too busy looking into your affairs
To see those tiny tears in her eyes

Tiny tears make up an ocean
Tiny tears make up a sea
Let them pour out, pour out all over
Dont let them pour all over me

How can you hurt someone so much your supposed to care for
Someone you said youd always be there for
But when that water breaks you know youre gonna cry, cry
When those tears start rolling youll be back

Tiny tears...

Youve been thinking about the time, youve been dreading it
But now it seems that moment has arrived
Shes at the edge of the bed, she gets in
But its hard to turn the opposite way tonight