Τα κείμενα αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα εκτός κι αν αναφέρεται άλλος ως συγγραφέας. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσιεύση τους δίχως τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα.

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

Dicks slow song

Είχε κάνει τη διαδρομή από το σπίτι του στο δικό της και το αντίστροφο εκατοντάδες φορές. Με κίνηση και χωρίς κίνηση. Νηφάλιος και μεθυσμένος. Ευτυχισμένος και δυστυχισμένος. Ήξερε κάθε εναλλακτική διαδρομή, είτε για να αποφεύγει τους μπάτσους, είτε για να ξεγλυστράει από τα μπλοκαρίσματα.
Πάντοτε 15 με 20 λεπτά...

Έτσι ήξερε ότι το να φύγει από το σπίτι της, να επιστρέψει στο δικό του, να πάρει μαζί του όσο μαύρο είχε απομείνει στην καβάντζα του και να γυρίσει κοντά της σε 30 λεπτά ήταν ακραίως οριακό.
Την έβλεπε όμως πολύ ευτυχισμένη, όσο ευτυχισμένη λάτρευε να την βλέπει. Και ήθελαν να καπνίσουν και άλλο, να διατηρήσουν αυτή τους την ευφορία. Αύριο θα ήταν πολύ αργά. Εκείνη θα έφευγε, θα πήγαινε να βρει κάποιον άλλο, εκείνον που δήλωνε ερωτευμένη μαζί του κι ας ήξερε ότι αυτόν αγαπούσε πραγματικά. Κι αυτός θα πήγαινε να βρει κάποιαν άλλη, κάποια που ήξερε ότι κορόιδευε με το να είναι μαζί της, κάποια που θα παρατούσε αύριο κιόλας μην αντέχοντας αυτή την κατάσταση, μιας και αυτός παραδεχόταν ότι αυτήν αγαπούσε πραγματικά.

Ο χρόνος είχε ξεκινήσει να κυλάει από την ώρα που βγήκε από το σπίτι της.
Ξεκίνησε να οδηγάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Χτύπησε το τηλέφωνό του, η φωτογραφία της στην οθόνη
"Που είσαι;" ρωτούσε η μεθυσμένη φωνή της στην άλλη άκρη.
"Δεν παίζεις σωστά" της απάντησε
"Γιατί;"
"Γιατί έχουμε βάλει ένα στοίχημα και με παρενοχλείς"!
"Μου έλειψες"
"Σε 25 λεπτά θα είμαι εκεί. Σε κλείνω"...

Δεν ήταν τα ναρκωτικά. Το ήξερε ότι την αγαπούσε περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό. θα έπαιρνε το stuff, θα γύριζε κοντά της και θα προσπαθούσε να ξεδιαλύνει την ιστορία. Έπρεπε...
Κι έπρεπε να είναι όλα ή τίποτα. Κι ας φοβόταν το τίποτα...

Σήκωσε το κινητό του να κοιτάξει ξανά την φωτογραφία της.
Δεν πρόσεξε το αυτοκίνητο που παραβίαζε το απέναντι STOP...

(στο cd έπαιζε το Dicks slow song των Tindersticks:

Don't bring that stuff to bed
I've gotta fall with a clear head
Don't tell me of those mirrors
I'll show you what you want to see
Pay no mind to those voices
I'll show you what you want to hear

Of course, it doesn't matter what you see
You're beautiful to me
It doesn't matter what they say
I want you anyway

So we live in the city Come over here
No, leave on the light
Beautiful things get run down
There's no more to say To let you know it's alright
There's a fine door that you open
There's no door
There's no option
You knew this from the start
You made a fist around your heart
I don't need to know
But she must want to show me
It's just for yourself
I can't forgive you anything
It doesn't matter what you see
You're beautiful to me
It doesn't matter what they say
I want you anyway

Don't bring that stuff to bed I'll touch you here
Gotta fall with a clear head Does it make you cry?
Don't bring that stuff to bed Don't hide those tears
Gotta fall with a clear head You know they're alright)

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

Ένα μακάβριο αστείο...

(στη Sharron και στον Keith)


...Ένα ανώνυμο τηλεφώνημα, μια άγνωστη γυναικεία βραχνή φωνή
"...είναι νεκρή...ξαφνικά...η κηδεία θα γίνει αύριο το μεσημέρι..."
Δεν αναγνώριζε τη φωνή, κατάλαβε όμως αμέσως για ποια αναφερόταν.
Μήπως ήταν ένα ανόητο, μακάβριο αστείο;
Είχε περάσει καιρός που είχαν να βρεθούν, καιρός που είχαν να μιλήσουν.
Μήπως ήταν η αδελφή της που τον ενημέρωνε για αυτό το τραγικό γεγονός;
Αμέσως κάλεσε στο κινητό της. Ήταν κλειστό. Ποτέ δεν το έκλεινε...
Αν ήταν "αστείο", τι θα της έλεγε;
Αποφάσισε να το προσπεράσει, τον βασάνιζε όμως η ιδέα.
Κάλεσε ξανά το κινητό της, πάλι κλειστό. Ξανά... και ξανά... το ίδιο.
Αποφάσισε να κατέβει στην Αθήνα, να πάει από το σπίτι της. Μόνον έτσι θα μάθαινε την αλήθεια, μόνον έτσι ίσως να ηρεμούσε...

Η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια και ο Θεός έχει πολύ περίεργη αίσθηση του χιούμορ...
Σε μιαν απότομη στροφή έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου...

Εκείνη έμαθε το τραγικό δυστύχημά του από τις ειδήσεις, το ίδιο βράδυ.
Ένα στοίχημα που κέρδισε, ένα μακάβριο αστείο. Ενδιαφερόταν ακόμα για εκείνη, την αγαπούσε ακόμα...
Ένα στοίχημα που έχασε...

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2008

casting...

Γύρισε κουρασμένη όπως κάθε απόγευμα από άλλη μία ημέρα ρουτίνας στο γραφείο. Το γραμματοκιβώτιό της είχε αρκετά πράγματα να την περιμένουν. Τα πήρε και ανέβηκε στο διαμέρισμά της και τα άφησε στο τραπέζι.

Τάισε το γάτο της, έκανε ένα ζεστό μπάνιο και αρκετά αργότερα άνοιξε τους λογαριασμούς που είχε η αλληλογραφία και τα διάφορα διαφημιστικά. Έβαλε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, άναψε τσιγάρο και έμεινε να κοιτάζει τον μεγάλο κίτρινο φάκελο που είχε απομείνει μόνος πάνω στο τραπέζι. Είχε αναγνωρίσει τον γραφικό χαρακτήρα του αποστολέα και ένιωθε μία περίεργη νευρικότητα.
Τι μπορούσε να θέλει μετά από τόσο καιρό; Γιατί; Δεν είχε παρά να τον ανοίξει για να μάθει ή απλώς να τον σκίσει και να τον πετάξει. Έβαλε άλλο ένα ποτήρι κρασί και αποφάσισε να τον ανοίξει.

"Στον φάκελο υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σενάριο... Αν σου αρέσει, ο πρωταγωνιστικός γυναικείος ρόλος είναι δικός σου. ...Δεν θέλω τίποτε άλλο από εσένα παρά να μου απαντήσεις μέχρι τα τέλη του επόμενου μήνα. Θα το ήθελα η απάντησή σου να είναι καταφατική, θα το ήθελα πολύ... Το ξέρεις ότι πάντοτε σε θεωρούσα ιδανική ηθοποιό των σεναρίων μου. Αυτό είναι το πρώτο που έχει προχωρήσει τόσο πολύ και έχει μπει ήδη στην τελική ευθεία παραγωγής.... Η σχέση μας θα είναι καθαρά επαγγελματική, δε ζητάω τίποτε παραπάνω. Έξι ή εφτά μέρες θα διαρκέσουν τα γυρίσματα. ...Προσφέρω διαμονή και διατροφή καθώς και τα έξοδα μετακίνησής σου... Ποσοστά επί των κερδών , αν υπάρξουν τέτοια, θα μοιραστούν σε όλους τους συντελεστές της ταινίας.
Αυτά μπορώ να προσφέρω. Αναμένω την απάντησή σου. Σε ευχαριστώ..."

Κόλλησε! Δεν ήξερε τι να κάνει. Χωρίσανε τρία χρόνια πριν, τσακωμένοι, δίχως να κρατάνε τις καλύτερες των αναμνήσεων. Από τα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους μοιραζόταν το ίδιο όνειρο: να συμμετάσχουν σε κάποια ταινία, εκείνος σκηνοθέτης-σεναριογράφος, εκείνη ηθοποιός.Μα η ζωή τα έφερνε αλλιώς, πίστευε ότι ήταν λόγια του αέρα. Ποτέ δεν κατάφερνε να ολοκληρώσει ένα σενάριο κι ας το προσπαθούσε. Είχε τη δουλειά του, άσχετη με το χώρο του κινηματογράφου, είχε τη δουλειά της, άσχετη και αυτή.
Και τώρα, τρία χρόνια μετα την τελευταία τους ατυχή συνάντηση, εμφανιζόταν ξανά, σαν σκηνοθέτης, σαν σεναριογράφος.Γιατί;

Σχημάτισε στο τηλέφωνο έναν αριθμό που δεν ξέχασε ποτέ...




Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2008

green car crash

"Ξέρω ότι είχαμε πει να μην μιλήσουμε ξανά, να μην ενοχλήσει ο ένας τον άλλο, αλλά ήθελα να δω αν είσαι καλά"
"Καλά είμαι, όπως πάντα"
"Είδα ένα άσχημο όνειρο. Εσένα. Και αυτοκίνητα. Τρακαρισμένα, φλεγόμενα..."
"Θα προσέχω. Ευχαριστώ και ...αντίο"

Έκλεισε το τηλέφωνο και συνέχισε να κάνει αυτό που συνήθιζε κάθε βράδυ. Να πίνει. Να πίνει για να απομακρύνει κάθε σκέψη, να αποδιώχνει τα όνειρα στον λιγοστό ύπνο που επέτρεπε στον εαυτό του. Κι ένα δικό της όνειρο δε θα επέτρεπε να τον ταράξει. Κι ας φοβόταν πάντοτε τα όνειρα και τα προαισθήματά της...

Ξύπνησε μετά από τρεις ώρες ανήσυχου ύπνου με βαρύ κεφάλι από τη συνεχόμενη κραιπάλη. Το είχε συνηθίσει. Πλύθηκε, πήρε δύο ασπιρίνες, ήπιε έναν βαρύ ελληνικό, κάπνισε τέσσερα τσιγάρα και ετοίμασε τα χαρτιά του για άλλη μία μέρα εργασιακής ρουτίνας. Τον απασχολούσε το τηλεφώνημά της...

Πυκνή ομίχλη κάλυπτε τα πάντα αλλά τα κόκκινα μάτια του ήταν εκπαιδευμένα. Είχε κάνει αυτό το δρόμο χιλιάδες φορές. Οδηγούσε και στα αυτιά του ηχούσε η φωνή της "να προσέχεις". Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που την είχε ακούσει, ακόμα περισσότερος από την τελευταία που είχαν ειδωθεί. Προσπαθούσε να θυμηθεί το πρόσωπό της, το άρωμά της. Πώς ήταν δυνατόν να μη τα καταφέρνει;

Σε μια απότομη στροφή έκλεισε τα μάτια. Την είδε μπροστά του ολοζώντανη οπτασία. Μπορούσε να μυρίζει και του κορμιού της το άρωμα. Είχε ήδη χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, μα εκείνος με κλειστά τα μάτια της χαμογελούσε.

Πάντοτε πίστευε ότι μπορούσε να πετάξει. Η βαρύτητα τον διέψευσε...
(ο πίνακας "green car crash" του Andy Warholl)

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2007

A short film...

Σκηνή Πρώτη

Ο Γιώργος, γύρω στα 30, ελαφρώς αξύριστος και εμφανώς ταλαιπωρημένος, περπατάει πάνω κάτω στο δωμάτιο και μονολογεί. Στα χέρια του μια μπουκάλα με ποτό.

Υπήρξα πάντοτε ξεκάθαρος μαζί σου, από την πρώτη στιγμή. Από τη στιγμή εκείνη που σε κοίταξα και σε ερωτεύτηκα. Από τη στιγμή εκείνη που κουβεντιάσαμε για πρώτη φορά και ένιωσα εκείνη την προαιώνια συγγένεια που γύρευα στη ζωή μου.

Δεν συμπίπτανε τα «θέλω» μας εκείνη τη στιγμή, έτσι μου είχες πει.

Εγώ όμως κόλλησα μαζί σου. Γιατί; Δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς το γιατί. Υπήρξαν περαστικές πολλές που ακόμα και τώρα τις θεωρώ ομορφότερες από εσένα. Αλλά αυτή η κενή ομορφιά δεν στάθηκε ικανή ποτέ να με συγκινήσει και να με κάνει να σε παρατήσω, να σε διώξω από τη ζωή μου.

Εσύ όμως ξέρεις γιατί γινήκαν έτσι οι ζωές μας;

Εντάξει, εγώ διακρίνομαι από τάσεις μαζοχισμού και εγκεφαλικής ανωμαλίας. Είχα αποφασίσει ότι μόνον μαζί σου αξίζει να διαβώ του παραδείσου τις θύρες. Χωρίς να σε κρατώ και να με κρατάς από το χέρι κι ο παράδεισος θα μου φαινόταν ανιαρός. Κι έτσι επέμενα και υπέμενα πολλά.

Κι όταν ερχόταν οι στιγμές εκείνες που προσπαθούσα, έστω και την πρόσκαιρη ευτυχία των πολλών να κυνηγήσω, αποφάσιζες ότι με αγαπούσες. Ότι ήθελες μαζί μου να είσαι, σα φίλη και σαν ερωμένη, όπως ακριβώς ήθελα. Κι εγώ έτοιμος από πάντοτε παρατούσα τα πάντα, δίχως καμία σκέψη, δίχως καμία λογική, μόνον και μόνο για να σε ακολουθώ, υπάκουος σαν μισθωμένο αντικείμενο.

Μα κάθε που δικό σου ολοκληρωτικά με έκανες ξανά, σύγχρονος Σίσυφος γινόμουνα. Υπήρξα βλέπεις το μόνο σίγουρο στη ζωή σου, στη γαμημένη από ψυχολογικά προβλήματα ζωούλα σου. Από προβλήματα που δε μας επέτρεπαν να ευτυχήσουμε μαζί, από προβλήματα που ποτέ δεν μπόρεσα να κατανοήσω, μήτε να επιλύσω.

Και διαλυμένος, προδομένος, σακάτης κάθε φορά τα κομμάτια μου προσπαθούσα να μαζέψω για να ριχτώ ξανά στον φαύλο ερωτικό μας κύκλο.

Κι εσύ εκεί. Να προσπαθείς κοντά σου να με κρατάς, σε μιαν αγάπη ατελή, σε μιαν αγάπη ανώμαλη. Να είμαι το απάνεμο λιμάνι σου, να σε προφυλάσσω από τις τρικυμίες της ζωής που ήθελες να δοκιμάζεις. Να είμαι η αγκαλιά η ζέστη, το χάδι της μάνας, ο φίλος με την νεκρωμένη καρδιά έως ότου αποφάσιζες ξανά πνοή μέσα μου να φυσήξεις.

Ακούγεται το κουδούνι της πόρτας. Ανοίγει το πλάνο στη μοναδική γωνιά του δωματίου που δεν έχει φανεί και βλέπουμε την Ελένη δεμένη σε μια καρέκλα.

Ο Γιώργος κλείνει την πόρτα του δωματίου και πηγαίνει να ανοίξει την εξώπορτα.

Εμφανίζεται η Μαρία και ο Νίκος.

-Τα χάλια σου έχεις.

-Δε θα μας πεις να περάσουμε;

-Περάστε.

Κάθονται στο σαλόνι και συζητάνε οι τρεις τους. Για το ότι ο Γιώργος έχει «εξαφανισθεί» από όταν χώρισε πάλι με την Ελένη, ότι δε βγαίνει πλέον μαζί τους μήτε καν απαντάει στα τηλεφωνήματά τους, ότι δεν είναι σωστό για τον ίδιο να απομονώνεται, ότι δεν πρέπει να παραμελεί τον εαυτό του και να ενδίδει στις αλκοολικές του τάσεις.

Ακούγεται ένας θόρυβος από την κρεβατοκάμαρα.

-Τι ήταν αυτό;

-Τίποτα.

-Ακούστηκε από την κρεβατοκάμαρα. Είναι κανείς εκεί;

-Η Ελένη

-...

- Τα ξαναβρήκατε ρε μπαγάσα; Γιατί δεν την φωνάζεις να έρθει; Ελένη;

-Δεν μπορεί να μιλήσει. ... Είναι δεμένη και φιμωμένη...

-Ορίστε; Είσαι τρελός;

-Ελάτε να τη χαιρετίσετε...

Η Μαρία φαίνεται «παγωμένη», ο Νίκος έξαλλος. Μπαίνουν στην κρεβατοκάμαρα. Η Ελένη έχει προσπαθήσει να μετακινηθεί και βρίσκεται δεμένη με την καρέκλα πεσμένη στο πάτωμα. Ο Νίκος κινείται προς το μέρος της με σκοπό να την απελευθερώσει.

Ο Γιώργος βγάζει πιστόλι από το παντελόνι του

-Θα μείνεις εκεί που είσαι!

-Έχεις τρελαθεί εντελώς φίλε;

-Δεν είμαστε φίλοι! Τα ξέρω όλα... Μάλλον ήρθε η ώρα να σταματήσει το θέατρο.

-Γιώργο τι λες ; Νίκο;

-Μαρία λυπάμαι που τα μαθαίνεις έτσι. Νικολάκη υπάρχει σκοινί στην άλλη καρέκλα. Σαν καλό παιδί που είσαι και υπάκουος φίλος μπορείς να δεθείς φρόνιμα φρόνιμα και ίσως να μη σε σκοτώσω

-Μα...

-Αυτό που σου λέω...

Ο Νίκος υπακούει (ή τουλάχιστον προσποιείται).

-Μαρία τι θα έλεγες να φροντίσεις να είναι καλά δεμένος ο φίλος μας; Και ας φροντίσουμε να μη διακόπτει όσα έχω να πω...

-Ευχαρίστως

Η Μαρία πηγαίνει προς το μέρος του έκπληκτου Νίκου, ο οποίος προσπαθεί με νοήματα να την κάνει να τον βοηθήσει. Η Μαρία σαν υπνωτισμένη δεν του δίνει σημασία και ακολουθεί τις εντολές του Γιώργου.

-Πολύ ωραία! Αυτή θα είναι μάλλον η πιο ειλικρινής στιγμή μας ως παρέα! Μαρία αν θέλεις μπορείς να φύγεις. Δεν ήσουνα ποτέ εδώ

-Θέλω να μάθω αυτό που υποψιάζομαι. Νομίζω πως με αφορά. Αποφασίζω αργότερα.

-Εντάξει, φεύγεις αργότερα...

-Λοιπόν... ξέρω. Ήταν κάτι που απλώς συνέβη...κάποιες φορές. Ήθελες να την παρηγορήσεις ή να προσπαθήσεις να την κάνεις να μη με χωρίσει. Κουβέντα στην κουβέντα αποφασίσατε να πηδηχτείτε. Τι πιο φυσιολογικό άλλωστε; Έτσι κι αλλιώς εμένα σκεφτόσασταν εκείνες τις στιγμές, έτσι δεν είναι; Για το καλό μου κάνατε ό,τι κάνατε. Θα έπρεπε να σας ευχαριστώ για την τόση αγάπη σας. Αλλά εγώ μια ζωή μαλάκας και αγύριστο κεφάλι. Αγνώμονας, ρεμάλι. Θέλησα να σας «καθαρίσω» και τους δύο μόλις το έμαθα. Βλέπεις γλυκιά μου, σβήνουμε τις φωτογραφίες από τον υπολογιστή, δεν αφήνουμε στοιχεία εκεί όταν έχουν πρόσβαση και άλλοι! Πάντως δεν ήξερα ότι είσαι τόσο καλλιτέχνης Νίκο. Συγχαρητήρια! Κρυφό ταλέντο τελικά εκτός από κρυφό φίδι, ε;

Η Μαρία έκλαιγε καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της. Δεν ήξερε για ποιο λόγο έκλαιγε. Για τον Νίκο; Για τον Γιώργο; Για την ίδια; Δεν ήξερε καν αν ήταν δάκρυα λύτρωσης , πόνου ή απλώς δάκρυα. Δεν ήξερε.

Ο σιγαστήρας «έπνιξε» τους πυροβολισμούς…

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ!




Λεξεις 2000

Λέξεις που κάποτε φοβήθηκαν να ειπωθούν,
που η σιωπή τις τρόμαξε, τις σκότωσε,
καλύτερα ποτέ να μη σχηματιστούν.
Λέξεις φαντάσματα γινήκανε πια.
Λάθος στιγμή διαλλέξαν για να βγουν,
ματώσαν τα χείλη, λέξεις δραπέτες,
σαν αστραπές και σαν κατάρες ηχούν.
Αλίμονο! Δεν έπρεπε ποτέ να ειπωθούν.


Λέξεις 1998

Οι λέξεις έφυγαν πια!
Με παράτησαν και αυτές.
Γύρω μου μονάχα κόλλες λευκές,
κόλλες σκισμένες και λέξεις φαντάσματα.
Οι λέξεις έφυγαν πια κι αυτές.
Την ώρα που μου είπες "αντίο".
Οι λέξεις έφυγαν...
...τώρα μου λείπεις πιο πολύ!


Φθινόπωρο 200Χ

οι πρώτες στάλες της βροχής

οι δρόμοι γεμάτοι κίτρινα φύλα

το θλιμμένο φόρεμα της φύσης.

Θυμάσαι το όμορφο σκούρο μπλε του ουρανού,

Τη λίμνη με τα αγριεμένα της νερά;

Της ημέρες της απουσίας σου

Οι εικόνες αυτές μοναδική μου συντροφιά.

Βγήκα μια βόλτα και η βροχή χαστούκιζε το πρόσωπό μου,

Σαν απατημένη ερωμένη

Ή σαν αυστηρή δασκάλα

Ξεπλένοντας τις σκέψεις μου από την παρουσία σου.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Σημείωση για το Solitude

Μιλώντας με κάποιον κολλητό μου για το solitude (ένας από τους δύο που γνωρίζουν την ύπαρξη του μπλογκ μου) μου είπε "μαλακία το πώς το τέλειωσες. Σαν να ήταν άλλος άνθρωπος που το έγραφε και άλλος που το τελείωσε. Είσαι καλά; " .

Πράγματι, και σας το παραδέχτηκα, άλλαξε τελείως το ύφος μου στα τελευταία δύο κείμενα.
Ήθελα να τελειώνω με την ιστορία, λάθος μου μεγάλο. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να σας την παρουσιάσω και ξαφνικά να την τελειώσω έτσι.
Απλώς δεν άντεχα. Από τη μία ο διαρκώς συρρικνούμενος χρόνος μου, από την άλλη κάποια προσωπικής φύσεως προβλήματα, με φόρτωσαν με ένα ψυχολογικό βάρος που αδυνατούσα να αντέξω.

Ο ίδιος φίλος με ρώτησε αν κάποιες καταστάσεις που περιέγραφα ήταν προσωπικές. Δεν θεώρησα ποτέ εαυτόν συγγραφέα, αλλά θεωρώ αδύνατον να γράφεις οτιδήποτε και να μην βρίσκεσαι στη θέση όσων περιγράφεις. Απλώς δεν είμαι εγώ κανένας από τους ήρωες και είμαι (ο ίδιος ή οι εμπειρίες μου) κομμάτια όλων τους.

Έτσι προτίμησα να σας δώσω το τέλος με αυτό τον τρόπο. Η ιστορία έτσι θα κατέληγε πάντως. Το μόνο που θα άλλαζε είναι ο αριθμός των επεισοδίων και η λίγο μεγαλύτερη εμβάθυνση στις καταστάσεις που περιέγραψα σε αυτά τα δύο τελευταία επεισόδια.

Και πάλι συγνώμη αν σας στενοχώρησα. Κάποια στιγμή θα σβήσω τα τελευταία δύο επεισόδια και θα ξαναγράψω το τέλος. Αλλά δε θα το βρείτε εδώ... θα σας το δωρίσω σε χαρτί... ελπίζω...